Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μάθηση αξιολόγηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μάθηση αξιολόγηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11 Απρ 2010

ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ


ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ
ΔΙΑΤΜΗΜΑΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΡΦΩΤΙΚΗ ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΑ ΤΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΝ ΔΙΑΛΟΓΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ

Διαθέσιμο σε ηλεκτρονική μορφή εδώ

Α. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ
1. Εννοιολογικές αποσαφηνίσεις
Η εννοιολογική αποσαφήνιση του όρου εκπαιδευτικό έργο έχει απασχολήσει ι-
διαίτερα τους ερευνητές και μέχρι σήμερα ο όρος έχει προσλάβει διάφορες σημασίες
ανάλογα με την οπτική γωνία από την οποία διερευνήθηκε το περιεχόμενό του. Βασι-
κό χαρακτηριστικό γνώρισμα των εννοιολογικών αποσαφηνίσεων που έχουν διατυ-
πωθεί είναι η συσχέτισή τους με όλους τους παράγοντες που αφορούν στο ευρύτερο
θεσμικό πλαίσιο του εκπαιδευτικού συστήματος, τη σχολική μονάδα και το έργο των...

συμμετεχόντων στην εκπαιδευτική πράξη. Πρόκειται για σύνθετη διαδικασία στην
οποία εμπλέκονται όλες οι παράμετροι της εκπαίδευσης, από την εκπαιδευτική νομο-
θεσία και τα προγράμματα σπουδών/σχολικά εγχειρίδια μέχρι τον εκπαιδευτικό και
τον μαθητή. Υπό την έννοια αυτή, μπορεί να θεωρηθεί ότι το εκπαιδευτικό έργο συ-
ντελείται τόσο σε επίπεδο εκπαιδευτικού συστήματος (μακροεπίπεδο) όσο και σε επί-
πεδο σχολικής μονάδας και σχολικής τάξης (μικροεπίπεδο).
Κατ’ αναλογία, ο όρος αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου αφορά στη συστη-
ματική διαδικασία ελέγχου του βαθμού στον οποίο επιτυγχάνονται οι εκπαιδευτικοί
στόχοι που απορρέουν τόσο από το ιδεώδες της Αγωγής όσο και από τις ανάγκες έ-
νταξης των εκπαιδευομένων στο εκάστοτε κοινωνικοπολιτισμικό και εκπαιδευτικό
πλαίσιο. Η διαδικασία αυτή είναι συστημικού χαρακτήρα και περιλαμβάνει τις εξής
θεματικές περιοχές/παραμέτρους:

Διαθέσιμα μέσα – πόροι
Προγράμματα Σπουδών και εκπαιδευτικό υλικό
Έμψυχο δυναμικό
Διοικητικό πλαίσιο
Θεσμικό πλαίσιο
Παιδαγωγικό κλίμα
Διδακτική – μαθησιακή διαδικασία
Εκπαιδευτικά επιτεύγματα
Η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου επικεντρώνεται στην ανίχνευ-
ση/εντοπισμό των παραγόντων που εμποδίζουν την ενδεχόμενη μη ικανοποιητική ε-
πίτευξη των επιδιωκόμενων εκπαιδευτικών σκοπών και στόχων και στην παρακολού-

θηση του εκπαιδευτικού συστήματος έτσι ώστε, αφού μελετηθούν τα δεδομένα, να
εξασφαλιστεί μέσω της ανατροφοδότησης η δυνατότητα παρεμβάσεων με στόχο:

τη βελτίωση και τη διασφάλιση της ποιότητας της εκπαίδευσης,
την επιτυχία της εφαρμογής του εκπαιδευτικού προγραμματισμού,
τη μεγαλύτερη δυνατή αξιοποίηση των ανθρώπινων κυρίως πόρων,
τον εμπλουτισμό των εκπαιδευτικών μέσων,
την ενίσχυση της συμμετοχής των εμπλεκομένων στην εκπαιδευτική διαδικα-
σία,
την ανίχνευση τόσο των επιμορφωτικών αναγκών των εκπαιδευτικών όσο και
των μορφωτικών αναγκών των μαθητών
κ.λπ.
2. Σκοποί και στόχοι της αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου
Οι γενικότεροι σκοποί της αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου είναι:

η αποτίμηση των προσπαθειών και η κινητοποίηση όλων των παραγόντων που
μετέχουν στην εκπαιδευτική διαδικασία με στόχο την αναβάθμιση του εκπαι-
δευτικού αποτελέσματος συνολικά,

η βελτίωση και η ποιοτική αναβάθμιση όλων των συντελεστών της εκπαιδευ-
τικής διαδικασίας,
η συνεχής ανατροφοδότηση και βελτίωση της παιδαγωγικής επικοινωνίας και
η δημιουργία σχέσεων, ποιοτικής φύσης, ανάμεσα στους εμπλεκόμενους στην
εκπαιδευτική διαδικασία.
Ειδικότερα, με την αξιολόγηση επιδιώκονται, μεταξύ άλλων, και οι
στόχοι:
η συνεχής βελτίωση της διδακτικής πρακτικής μέσα στην τάξη και η διαρκής
επιστημονική, επαγγελματική και προσωπική ανάπτυξη του εκπαιδευτικού,
η αναβάθμιση της ποιότητας της σχολικής ζωής, η επιτάχυνση της υλοποίη-
σης του εκπαιδευτικού προγράμματος και η άμβλυνση των ανισοτήτων μετα-
ξύ των διαφόρων σχολικών μονάδων,
•
ο περιορισμός της γραφειοκρατίας με την ταχύτερη μετάδοση των πληροφο-
ριών και την αποτελεσματικότερη διοίκηση και λειτουργία των σχολικών μο-
νάδων,
παρακάτω
ο εντοπισμός των δυνατοτήτων και των αδυναμιών του εκπαιδευτικού συστή-
ματος,
η διασφάλιση της δυνατότητας έγκαιρης και ισότιμης πρόσβασης όλων των
μαθητών στην εκπαιδευτική διαδικασία και γενικότερα η εξασφάλιση ίσων
ευκαιριών,
• η ενθάρρυνση της συμμετοχής του εκπαιδευτικού προσωπικού στις διαδικασί-
ες εισαγωγής, αποδοχής και προώθησης των εκπαιδευτικών αλλαγών,
• η καλλιέργεια «κουλτούρας αξιολόγησης», ώστε η αξιολόγηση να αντιμετω-
πίζεται ως διαδικασία ανατροφοδότησης και ενίσχυσης του εκπαιδευτικού έρ-
γου,
• η ερμηνεία και η αξιοποίηση των αποτελεσμάτων της αξιολογικής διαδικασί-
ας με στόχο τη βελτίωση του επιστημονικού και επαγγελματικού προφίλ του
εκπαιδευτικού προσωπικού και της εικόνας του σχολείου προς την κοινωνία,
• η ανάδειξη των ηγετικών και κοινωνικών ικανοτήτων/δεξιοτήτων εκείνων των
εκπαιδευτικών που μπορούν να παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο σε θέσεις-
κλειδιά στην εκπαίδευση (στελέχη εκπαίδευσης κ.λπ.).
3. Μοντέλα και μορφές αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου
Τα μοντέλα αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου είναι:
•
το τεχνοκρατικό μοντέλο αξιολόγησης, το οποίο υιοθετεί κυρίως τη φιλοσο-
φία της ποσοτικής αξιολόγησης,
το ανθρωπιστικό – πλουραλιστικό μοντέλο, το οποίο υιοθετεί σχεδόν απο-
κλειστικά τις αρχές της ποιοτικής αξιολόγησης.
Με γνώμονα τον φορέα της αξιολόγησης, οι μορφές αξιολόγησης του εκπαιδευτι-
κού έργου διακρίνονται ως εξής:
•
Εξωτερική αξιολόγηση
Η εξωτερική αξιολόγηση, η οποία μπορεί να γίνει σε τοπικό, περιφερειακό ή εθνι-
κό επίπεδο, πραγματοποιείται από φορείς που δεν έχουν άμεση συμμετοχή στις σχο-
λικές δραστηριότητες και ανήκουν συνήθως στις ανώτερες βαθμίδες της διοίκησης.
Οι τύποι της εξωτερικής αξιολόγησης που εφαρμόζονται στα διάφορα εκπαιδευτικά
συστήματα είναι η επιθεώρηση, η παρακολούθηση του εκπαιδευτικού συστήμα-
τος και οι εντοπισμένες μελέτες αξιολόγησης.
5

•
Εσωτερική αξιολόγηση
Η εσωτερική αξιολόγηση διενεργείται από τους παράγοντες που ανήκουν στον ορ-
γανισμό ο οποίος αξιολογείται. Η εσωτερική αξιολόγηση διακρίνεται σε ιεραρχική
εσωτερική αξιολόγηση και σε συλλογική εσωτερική αξιολόγηση ή αυτοαξιολό-
γηση.
Κυριότερες μέθοδοι της εσωτερικής αξιολόγησης είναι οι εξής:
•
Συμμετοχική αξιολόγηση
Ενδυναμωτική αξιολόγηση
Διοίκηση ολικής ποιότητας
Έρευνα δράσης
Ενεργός έρευνα
Με γνώμονα τον χρόνο κατά τον οποίο διεξάγεται η αξιολόγηση, διακρίνονται οι
εξής μορφές:
•

Αρχική
Διαγνωστική
Διαμορφωτική
Τελική
4. Το ισχύον ελληνικό θεσμικό πλαίσιο
Με τον Νόμο 1566/85 για τον εκσυγχρονισμό της δομής και της λειτουργίας της
Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, ο όρος αξιολόγηση του εκπαιδευτι-
κού έργου καθιερώθηκε επίσημα από την Πολιτεία. Στο Σχέδιο Π.Δ. 140/1988 ση-
μειώνεται ότι με τον όρο αυτό νοείται η συνεκτίμηση του συλλογικού και συμμετοχι-
κού έργου των εκπαιδευτικών σε συγκεκριμένους σχολικούς χώρους, ενώ στο Π.Δ.
320/1993 ως αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου νοείται η εκτίμηση της απόδοσης
της παρεχόμενης εκπαίδευσης γενικά. Ο Νόμος 2525/1997 ορίζει ότι ως αξιολόγηση
του εκπαιδευτικού έργου της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης νοεί-
ται η διαδικασία αποτίμησης της ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης και του
βαθμού υλοποίησης των σκοπών και των στόχων της, όπως αυτοί καθορίζονται από
την ισχύουσα νομοθεσία. Στον Νόμο 2986/2002, που αφορά στην Οργάνωση των πε-
ριφερειακών υπηρεσιών της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, στην
6

αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου και των εκπαιδευτικών, στην επιμόρφωση των
εκπαιδευτικών και σε άλλες διατάξεις, το εκπαιδευτικό έργο συνδέεται με τη σχολική
μονάδα, ενώ η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού αναφέρεται ως ξεχωριστή διαδικασία.
Ειδικότερα, στον συγκεκριμένο νόμο η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου επιση-
μαίνεται ότι συμβάλλει στον εκδημοκρατισμό και την ποιοτική αναβάθμιση της εκ-
παίδευσης -και της κοινωνίας-, δεδομένου ότι η ισόρροπη ανάπτυξη της προσωπικό-
τητας του μαθητή και η πρόσβαση στη γνώση αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες
για την άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Τέλος, σύμφωνα με τον Νόμο
2986/2002, ορίζονται ως φορείς αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου το Κέντρο
Εκπαιδευτικής Έρευνας (Κ.Ε.Ε.) και το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (Π.Ι.).
5. Επιπτώσεις από την έλλειψη αξιολόγησης του εκπαιδευτικού
έργου
Παρά τις κατά καιρούς νομοθετικές ρυθμίσεις, το ζήτημα της αξιολόγησης του
εκπαιδευτικού έργου παραμένει μετέωρο και, εν πολλοίς, άλυτο. Στη χώρα μας, η ε-
μπειρία του επιθεωρητισμού (τεχνοκρατικό μοντέλο εξωτερικής αξιολόγησης), η ο-
ποία κυριάρχησε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’80, λειτούργησε ως τροχοπέδη
στην προώθηση και εφαρμογή σύγχρονων μορφών αξιολόγησης, αφού συνέβαλε στο
να ταυτιστεί η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου με την αξιολόγηση του εκπαι-
δευτικού.
Ειδικότερα, η έλλειψη αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου στα ελληνικά εκ-
παιδευτικά πράγματα έχει αρνητικές επιπτώσεις:
•
•
•
•
•
στην παρακολούθηση των εκπαιδευτικών αλλαγών που συντελούνται στην
Ευρώπη και τον κόσμο,
στην επίτευξη των στόχων που αναφέρονται στη σύγκλιση των εκπαιδευτικών
πολιτικών στις χώρες της Ε.Ε.,
στην υποχρέωση λογοδοσίας προς το κοινωνικό σύνολο για τη σωστή αξιο-
ποίηση των οικονομικών πόρων που διατίθενται για την εκπαίδευση,
στην τεκμηρίωση της διαπίστωσης των γενικότερων αδυναμιών του εκπαιδευ-
τικού συστήματος,
στην προσπάθεια βελτίωσης και ποιοτικής αναβάθμισης όλων των συντελε-
στών της εκπαιδευτικής διαδικασίας και στην άμεση παρέμβαση με σκοπό την
επίλυση των προβλημάτων,
7

•
στην ανατροφοδότηση της εκπαιδευτικής έρευνας και του συστήματος γενι-
κότερα, με συνέπεια την αναποτελεσματική διάθεση και την ανεπαρκή αξιο-
ποίηση των πόρων (ανθρώπινων και υλικών) που διατίθενται για την εκπαί-
δευση,
•
•
•
•
•
•
•
στην προσπάθεια περιορισμού της γραφειοκρατίας στο ισχύον ανελαστικό και
συγκεντρωτικό εκπαιδευτικό σύστημα,
στην ενίσχυση της εκπαιδευτικής αυτονομίας είτε σε μακροεπίπεδο (εθνι-
κό/περιφερειακό) είτε σε μικροεπίπεδο (τοπικό/σχολική μονάδα),
στην προσπάθεια άμβλυνσης των ανισοτήτων ανάμεσα στις σχολικές μονάδες,
στην επίτευξη αμφίδρομης επικοινωνίας ανάμεσα στο σχολείο και την κοινω-
νία,
στην εκτίμηση των επιμορφωτικών αναγκών των εκπαιδευτικών με στόχο τη
βελτίωση της εκπαιδευτικής πρακτικής ανάλογα με τις εκάστοτε περιστάσεις,
στην επιστημονική, επαγγελματική και προσωπική ανάπτυξη των εκπαιδευτι-
κών,
στην ενίσχυση του ενδιαφέροντος των εκπαιδευτικών, οι οποίοι δεν ενθαρρύ-
νονται να συμμετέχουν ενεργά στη λήψη αποφάσεων που αφορούν σε καινο-
τομίες στην εκπαίδευση,
•
στην ανάδειξη των στελεχών της εκπαίδευσης με αξιοκρατικό τρόπο, αφού,
σύμφωνα με το ισχύον καθεστώς, η επιλογή τους στηρίζεται σε τυπικά κυρίως
προσόντα και όχι στην αποτελεσματικότητα του έργου τους,
•
στη διαμόρφωση του σωστού παιδαγωγικού κλίματος ανάμεσα στους εκπαι-
δευτικούς και τα στελέχη της εκπαίδευσης
κ.λπ.
6. Τάσεις και φορείς της αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου
Στον ευρωπαϊκό χώρο, τα τελευταία χρόνια, η συμμετοχική εσωτερική αξιολό-
γηση κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος στην εκπαίδευση. Η αντίληψη ότι κάθε
σχολείο έχει το δικό του προφίλ και το γεγονός ότι στο σχολείο αναπτύσσεται από τα
άτομα και τις ομάδες που συμμετέχουν στην εκπαιδευτική διαδικασία μια πολυπαρα-
γοντική δυναμική οδήγησαν στην υιοθέτηση μιας νέας φιλοσοφίας αξιολόγησης του
εκπαιδευτικού έργου, η οποία δίνει έμφαση όχι τόσο στην αξιολόγηση των προσώπων
αλλά στη συστημική αξιολόγηση της σχολικής μονάδας. Οι δείκτες και τα κριτή-
8

ρια για την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου διαμορφώνονται από κοινού, ως
έναν βαθμό, τόσο από τους εμπλεκόμενους στην εκπαιδευτική διαδικασία (σύλλογοι
διδασκόντων, γονέων, μαθητικές κοινότητες κ.λπ.) όσο και από τους εκπροσώπους
της τοπικής κοινωνίας. Βέβαια, ο βαθμός εμπλοκής του κάθε προσώπου ή φορέα
προσδιορίζεται κατά περίπτωση επί τη βάσει των αποτελεσμάτων/συμπερασμάτων
που προκύπτουν κάθε φορά από έρευνες και από την εφαρμογή αντίστοιχων πιλοτι-
κών προγραμμάτων.
Στην εσωτερική αξιολόγηση της σχολικής μονάδας εμπλέκονται όλοι οι παρά-
γοντες που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με αυτήν (εκπαιδευτικοί, διοικητικό και βοη-
θητικό προσωπικό του σχολείου, σχολικός σύμβουλος, κριτικός φίλος1, μαθητές,
διοίκηση και γονείς), οι οποίοι καλούνται να αξιοποιήσουν τα αποτελέσματα της αξι-
ολόγησης. Ειδικότερα, η αυτοαξιολόγηση αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της καθημε-
ρινότητας του σχολείου, αντανακλά τις ιδιαιτερότητές του και την κουλτούρα που
αναπτύσσει, προβάλλοντας ηθικά κυρίως κίνητρα και θέτοντας ως στόχο τόσο τη διε-
ρεύνηση τρόπων βελτίωσης της ίδιας της σχολικής μονάδας όσο και την αναβάθμιση
της ποιότητας της εκπαίδευσης. Αν και η διαδικασία εσωτερικής αξιολόγησης σε κά-
θε σχολείο είναι μοναδική, δεν αποκλείεται όμως η διαμόρφωση ενός κοινού πλαισί-
ου αρχών, το οποίο μπορεί να μετασχηματίζεται ανάλογα με τις εκάστοτε εκπαιδευτι-
κές ανάγκες.2
Βασικά στοιχεία κάθε πλαισίου εσωτερικής αξιολόγησης είναι:
•
•
•
η ενιαία φιλοσοφία,
οι κατευθυντήριοι άξονες,
τα κριτήρια αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου που διαμορφώνονται ως
αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης ανάμεσα στους συμμετέχοντες και αποτελούν
βασική προϋπόθεση διασφάλισης της ποιότητας,
•
•
η οργάνωση των διαδικασιών της αξιολόγησης και
οι μέθοδοι και τα εργαλεία της αξιολόγησης (συνεντεύξεις, ερωτηματολόγιο,
επισκόπηση [survey], ανάλυση κειμένων/τεκμηρίων, προσωπικά ημερολόγια,
μαγνητοφώνηση, βιντεοσκόπηση, φωτογράφηση).
Ο όρος έχει υιοθετηθεί στο πλαίσιο της αυτοαξιολόγησης της σχολικής μονάδας και αναφέρεται στο
πρόσωπο το οποίο υποστηρίζει σε θεωρητικό και πρακτικό επίπεδο τη διαδικασία αυτοαξιολόγησης.
2
Είναι αυτονόητο ότι σε αυτό το πλαίσιο αρχών συμπεριλαμβάνεται και η αναγκαιότητα για εκπαιδευ-
τική ένταξη των μαθητών με ΕΕΑ, των ΑμεΑ κ.λπ. (βλ. Ευρυδίκη, Eυρωπαϊκή βάση δεδομένων:
www.eurydice.org [ημ. πρόσβασης Μάιος 2009], Υπουργείο Παιδείας της Φινλανδίας: www.edu.fi,
Υπουργείο Παιδείας της Γαλλίας: www.education.gouv.fr).
1
9

Σε αρκετές περιπτώσεις φαίνεται πως υιοθετείται και ο συνδυασμός εσωτερικής
και εξωτερικής αξιολόγησης στο πλαίσιο της σχολικής μονάδας, ο οποίος βασίζε-
ται στην αντίληψη ότι ουσιαστικές αλλαγές στα σχολεία δεν μπορούν να δρομολογη-
θούν με διαδικασίες που έχουν φορά μόνον «από πάνω προς τα κάτω» (top-down
process), αλλά κυρίως με διαδικασίες που ξεκινούν και αναπτύσσονται στα σχολεία
(bottom-up process) και υποστηρίζονται από ανώτερα θεσμικά όργανα. Ο συνδυα-
σμός εσωτερικής και εξωτερικής αξιολόγησης της σχολικής μονάδας μπορεί να έχει
θετικά αποτελέσματα, αφού οι δύο αξιολογήσεις αλληλοσυμπληρώνονται ενισχύο-
ντας έτσι την εγκυρότητα των αποτελεσμάτων τους.3 Το σημείο ισορροπίας ανάμεσα
στην εσωτερική και την εξωτερική αξιολόγηση εξαρτάται από τον βαθμό αποκέ-
ντρωσης του εκπαιδευτικού συστήματος.
Στην Ελλάδα, κατά το διάστημα 1997-1999, συντάχθηκε ένας Οδηγός Αξιολόγη-
σης και πραγματοποιήθηκαν δύο πιλοτικές εφαρμογές για την αξιολόγηση του έργου
της σχολικής μονάδας.4
•
Η πρώτη εφαρμογή με τίτλο Πειραματικό Πρόγραμμα: Εσωτερική Αξιολόγηση
και Προγραμματισμός του Εκπαιδευτικού Έργου στη Σχολική Μονάδα έγινε
στο πλαίσιο έργου του Π.Ι. που αφορούσε στην επεξεργασία ενός συστήματος
αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου στη σχολική μονάδα στους τομείς των
δεδομένων, των διαδικασιών και των αποτελεσμάτων.
•
Η δεύτερη εφαρμογή έγινε στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Πιλοτικού Προγράμ-
ματος για την Αξιολόγηση της Ποιότητας της Εκπαίδευσης,5 στο οποίο έλαβαν
3
Η συνύπαρξη εσωτερικής και εξωτερικής αξιολόγησης μπορεί να πάρει τρεις μορφές:
α) Παράλληλη μορφή. Το σχολείο και η ομάδα εξωτερικής αξιολόγησης διενεργούν ξεχωριστά τις
αξιολογήσεις τους. Έπειτα μπορούν να παραβάλουν τα αποτελέσματα και να εξαγάγουν συμπε-
ράσματα.
β) Διαδοχική μορφή. Η σχολική μονάδα διενεργεί εσωτερική αξιολόγηση και στη συνέχεια η ο-
μάδα της εξωτερικής αξιολόγησης χρησιμοποιεί τα αποτελέσματα της εσωτερικής ως βάση για τη
δική της αξιολόγηση ή το αντίστροφο.
γ) Συνεργατική μορφή. Οι δύο ομάδες (εξωτερικής και εσωτερικής αξιολόγησης) συζητούν τη δι-
αδικασία της αξιολόγησης και διαπραγματεύονται τα κριτήρια ποιότητας που θα χρησιμοποιη-
θούν, λαμβάνοντας υπόψη τα διαφορετικά κίνητρά τους και τις διαφορετικές οπτικές γωνίες από
τις οποίες μπορούν να εξετάσουν τη σχολική μονάδα.
Ο Οδηγός Αξιολόγησης συντάχθηκε στο πλαίσιο εφαρμογής του Νόμου 2525/1997 με πρωτοβουλία
του Π.Ι. και περιελάμβανε επιμέρους δείκτες ποιότητας του εκπαιδευτικού έργου σε τέσσερις τομείς:
διαχείριση και αξιοποίηση πόρων, σχέσεις-κλίμα, εκπαιδευτικές διαδικασίες, εκπαιδευτικά αποτελέ-
σματα (επιστημονικός υπεύθυνος: Δ. Ματθαίου).
5
Υπεύθυνος του προγράμματος ήταν ο J. MacBeath.
4
10

μέρος 5 σχολικές μονάδες από την Ελλάδα, σε σύνολο 101 από 17 ευρωπαϊ-
κές χώρες. Στο πλαίσιο του προγράμματος αυτού πραγματοποιήθηκε εσωτερι-
κή αξιολόγηση των σχολικών μονάδων που συμμετείχαν σε τέσσερις τομείς:
εκπαιδευτικά επιτεύγματα, διαδικασίες σε επίπεδο τάξης, διαδικασίες σε επί-
πεδο σχολείου και σχολικό περιβάλλον. Είναι, πάντως, χαρακτηριστικό ότι τα
παραπάνω προγράμματα καθώς και το πρόγραμμα με τίτλο Ηγεσία για τη Μά-
θηση, το οποίο συνεχίζεται ως προέκταση της δεύτερης εφαρμογής,6 αποτε-
λούν τη μόνη απόπειρα εσωτερικής αξιολόγησης της σχολικής μονάδας σε ε-
ξέλιξη στον ελληνικό χώρο.
Β. ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΑΡΧΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΧΕ-
ΔΙΑΣΜΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙ-
ΚΟΥ ΕΡΓΟΥ
Οι τάσεις στην Ε.Ε. και διεθνώς φαίνεται ότι ευνοούν περισσότερο την πρακτική
της αξιολόγησης της σχολικής μονάδας με έμφαση στην αυτοαξιολόγηση. Συζητεί-
ται, επίσης, συχνά η λεγόμενη «μετα-αξιολόγηση», η οποία αποτελεί συνδυασμό ε-
σωτερικής και εξωτερικής αξιολόγησης. Στόχος της είναι α) η βελτίωση της σχολικής
μονάδας μέσω της αυτοαξιολόγησης που διεξάγεται στο πλαίσιο της εσωτερικής αξι-
ολόγησης και β) η διασφάλιση της ποιότητας της εσωτερικής αξιολόγησης και του
εκπαιδευτικού έργου γενικότερα μέσω της εξωτερικής αξιολόγησης.
Στη χώρα μας εφαρμόζεται ένα είδος αξιολόγησης της σχολικής μονάδας, το ο-
ποίο όμως συνιστά στείρα συγκεντρωτική, γραφειοκρατική και ιεραρχική διαδικασία:
καταγράφει απλώς με γραμμικό τρόπο (τεχνοκρατικό μοντέλο) στατιστικά στοιχεία
που αφορούν σε πόρους και μέσα της εκπαίδευσης.7 Κατά συνέπεια, ο βαθμός αποτε-
λεσματικής λειτουργίας της σχολικής μονάδας αξιολογείται με γενικά κριτήρια που
σχετίζονται κυρίως με τη διοικητική και την οργανωτική δομή της. Η διαδικασία αυ-
τή δεν είναι κατ’ ουσίαν αξιολογική, δεν επιτρέπει στις σχολικές μονάδες να λάβουν
ανατροφοδότηση και να αξιοποιήσουν τα αποτελέσματά της.
Ως εκ τούτου προτείνεται:
6
7
Υπεύθυνος του προγράμματος είναι ο D. Frost.
Σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, στο τέλος κάθε σχολικής χρονιάς ο Διευθυντής της σχολικής
μονάδας καταγράφει κυρίως στατιστικά στοιχεία σχετικά με το ανθρώπινο δυναμικό (μαθητές, τμήμα-
τα, τάξεις κ.λπ.), τις υποδομές (κτήρια, εργαστήρια κ.λπ.) και τους πόρους (χρηματοδότηση κ.λπ.)
11

•
Να ξεκινήσει ένας ουσιαστικός και ειλικρινής διάλογος ανάμεσα σε όλους
τους συμμετέχοντες στην εκπαιδευτική διαδικασία με στόχο να υπάρξει μια
βαθιά συναίνεση στο κοινωνικό σώμα για τη διαμόρφωση μιας συνεκτικής
διαδικασίας αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου. Ένα σύγχρονο σύστημα
αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου, πέρα από την εξασφάλιση της συνοχής
και της συνέργειας όλων των παραμέτρων της εκπαίδευσης, χρειάζεται να δι-
ασφαλίζει την εγκυρότητα, την αξιοπιστία και την αντικειμενικότητα της
αξιολόγησης. Αυτό, άλλωστε, ανταποκρίνεται στο αίτημα για λογοδοσία
προς το κοινωνικό σύνολο σχετικά με την ποιότητα σπουδών και την ορθο-
λογική αξιοποίηση των ανθρώπινων και των υλικών πόρων.
•
Να υπάρξει συστηματική ενημέρωση και συμμετοχικού χαρακτήρα επιμόρ-
φωση των εκπαιδευτικών και των στελεχών της εκπαίδευσης σχετικά με τις
σύγχρονες εξελίξεις στον τομέα της αξιολόγησης και την αξιοποίηση των α-
ποτελεσμάτων της στην καθημερινή επαγγελματική τους πρακτική. Η δημι-
ουργία μιας εσωτερικής «κουλτούρας αξιολόγησης» σε κάθε σχολική μονά-
δα, ως διαδικασίας ενίσχυσης της εκπαιδευτικής αυτονομίας και γενικότερα
του εκπαιδευτικού έργου, μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση και τον σαφή
προσδιορισμό κριτηρίων και διαδικασιών αξιολόγησης με συμμετοχικές δια-
δικασίες.
•
Η αξιολόγηση «από μέσα προς τα έξω», δηλαδή η αυτοαξιολόγηση της σχο-
λικής μονάδας, θα μπορούσε να αποτελέσει ένα πρώτο βήμα ανάδειξης των
δυνατοτήτων της και εντοπισμού των αδυναμιών της. Με την ανατροφοδότη-
ση η σχολική μονάδα θα στοχεύει στην αυτοβελτίωσή της, διασφαλίζοντας
παράλληλα τη συλλογικότητα, τη συμμετοχικότητα και τον δημοκρατικό
χαρακτήρα της όλης διαδικασίας, στην οποία πρωταγωνιστικό ρόλο παίζει ο
Σύλλογος Διδασκόντων.
•
Ο συνδυασμός της αυτοαξιολόγησης με ένα είδος εξωτερικής αξιολόγησης
θα μπορούσε να πιστοποιεί, σε δεύτερο επίπεδο, την εικόνα των δυνατοτήτων
της σχολικής μονάδας, δηλαδή να διασφαλίζει την ποιοτική διάσταση της ί-
διας της αυτοαξιολόγησης. Η δημιουργία ενός Παρατηρητηρίου για την
Ποιότητα στην Εκπαίδευση8 θα συνέβαλλε αποφασιστικά προς αυτή την
8
Σημειώνεται ότι το Π.Ι. διαθέτει ανάλογη εμπειρία, αφού ήδη λειτουργεί σε αυτό Παρατηρητήριο για
τη Σχολική Διαρροή, το οποίο διευρευνά κυρίως τις παραμέτρους που σχετίζονται με τη σχολική διαρ-
ροή στην υποχρεωτική εκπαίδευση. Κατά ανάλογο τρόπο, ένα Παρατηρητήριο για την Ποιότητα στην
12

κατεύθυνση. Στο Παρατηρητήριο θα μπορούσαν να δημιουργηθούν βάσεις
δεδομένων, οι οποίες θα ενημερώνονται συνεχώς με εισροές στοιχείων κυρίως
από την αυτοαξιολόγηση των σχολικών μονάδων, με στόχο την ανατροφοδό-
τηση, τη λήψη αποφάσεων και σε τελική ανάλυση τη βελτίωση του συστήμα-
τος. Επίσης, προς την κατεύθυνση αυτή, δηλαδή τη διασταύρωση των στοι-
χείων/δεδομένων που θα προκύπτουν από την αυτοαξιολόγηση των σχολικών
μονάδων, θα συνέβαλλε και η άντληση στοιχείων από επιτόπιες έρευνες, οι
οποίες μπορούν να πραγματοποιούνται δειγματοληπτικά ή όπου κριθεί ανα-
γκαίο, ανάλογα με τις εκάστοτε εκπαιδευτικές ανάγκες.
•
Κρίνεται απαραίτητη η δημιουργία, μέσα στο ίδιο το Παρατηρητήριο, ενός
πλαισίου παρακολούθησης της προόδου των εκπαιδευτικών διαδικασιών σε
περιφερειακό και εθνικό επίπεδο όσον αφορά στην ενημέρωση των δεικτών
ποιότητας (indicators) και στην επίτευξη των στόχων αναφοράς (benchmarks),
καθώς τα στοιχεία αυτά συνιστούν ταυτόχρονα και τις επιμέρους παραμέ-
τρους του εκπαιδευτικού έργου. Κατά τον τρόπο αυτό, καθίσταται εφικτή κά-
θε είδους παρέμβαση και σε ανώτερο θεσμικό επίπεδο, με στόχο την υποστή-
ριξη λήψης αποφάσεων και χάραξης κοινής εκπαιδευτικής πολιτικής στα κρά-
τη - μέλη της Ε.Ε.
Η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου αναφέρεται, όπως ήδη σημειώσαμε,9 σε
ένα ευρύ πλαίσιο θεματικών περιοχών και αντίστοιχων δεικτών ποιότητας του εκπαι-
δευτικού έργου. Ενδεικτικά μπορεί να γίνει αναφορά σε ορισμένους δείκτες που έ-
χουν ιδιαίτερη σημασία για τη διασφάλιση της ποιότητας της εκπαίδευσης, όπως είναι
η υλικοτεχνική υποδομή, η διάθεση των οικονομικών πόρων, τα Προγράμματα Σπου-
δών και τα σχολικά εγχειρίδια, το εκπαιδευτικό, διοικητικό και βοηθητικό προσωπι-
κό, η αξιοποίηση του έμψυχου δυναμικού, η ποιότητα της διδασκαλίας και της μάθη-
σης σε συνδυασμό με την αξιολόγηση του μαθητή, το «άνοιγμα» του σχολείου στην
κοινωνία, τα επίπεδα συνεργασίας μεταξύ των εμπλεκομένων στην εκπαιδευτική δια-
δικασία, ο συντονισμός της σχολικής ζωής, η διαμόρφωση και εφαρμογή του σχολι-
Εκπαίδευση, που θα παρακολουθεί, θα αξιολογεί και θα υποστηρίζει το εκπαιδευτικό έργο γενικότερα,
θα μπορούσε να συμβάλει στη διαμόρφωση ενός πλαισίου χάραξης εθνικής εκπαιδευτικής πολιτικής η
οποία θα λαμβάνει υπόψη τη φιλοσοφία της σύγκλισης των εκπαιδευτικών πολιτικών των χωρών της
Ε.Ε.
9
Βλ. Μέρος Α΄ του κειμένου: Αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου/εννοιολογικές αποσαφηνίσεις,
σελ. 3.
13

κού προγράμματος, η φοίτηση και η διαρροή των μαθητών, η ατομική και κοινωνική
τους ανάπτυξη κ.λπ.
Κρίνεται απαραίτητο να γίνει μια ευρεία συζήτηση μεταξύ των εμπλεκομένων
στην εκπαιδευτική διαδικασία σε σχέση με τη διαμόρφωση των κριτηρίων αξιολόγη-
σης του μαθητή. Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί στην ανάπτυξη ικανοτήτων εφαρ-
μογής γνώσεων καθώς και στην καλλιέργεια δεξιοτήτων και στάσεων. Τα παραπάνω
θεωρούνται προαπαιτούμενα τόσο για την ομαλή μετάβαση του μαθητή από τη μια
βαθμίδα στην άλλη όσο και για την αρμονική του ένταξη στο εκάστοτε κοινωνικο-
πολιτισμικό πλαίσιο.
Η αξιολόγηση του μαθητή μπορεί να λαμβάνει χώρα ανά τακτά χρονικά διαστή-
ματα σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο.
Σημειώνεται ότι το πρόγραμμα PISA του ΟΟΣΑ θεωρείται το μοναδικό σύστημα
αξιολόγησης που καλύπτει μεγάλο εύρος χωρών (60 χώρες) και γνωστικών αντικει-
μένων. Η μελέτη των στοιχείων που προκύπτουν από την αξιολόγηση των μαθητών
στο πλαίσιο του συγκεκριμένου προγράμματος μπορεί να δώσει πολύτιμα στοιχεία
για τον εκπαιδευτικό σχεδιασμό και την επιτυχή μετάβαση των μαθητών στις επόμε-
νες βαθμίδες εκπαίδευσης. Για την επίτευξη αυτού του στόχου το PISA σχεδιάζει την
αξιολόγηση των ικανοτήτων των μαθητών στα παρακάτω πεδία:
1. να χρησιμοποιούν τη γλώσσα, τα σύμβολα, την επιστήμη και την τεχνολογία,
2. να διαχειρίζονται τη ζωή τους και να βρίσκουν τη θέση τους σε μία πολυπολι-
τισμική κοινωνία, αναγνωρίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τόσο για τον εαυτό
τους όσο και για τους άλλους,
3. να συνεργάζονται αρμονικά (ομάδες εργασίας), να διαχειρίζονται και να επιλύ-
ουν αντιπαραθέσεις, να δημιουργούν και να διατηρούν προσωπικές σχέσεις, να σέβο-
νται και να εκτιμούν αξίες, πιστεύω και πολιτισμούς.
Εξάλλου, από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δίνεται ιδιαίτερη βαρύ-
τητα στην ανάπτυξη ανάλογων ικανοτήτων10 οι οποίες θεωρούνται αναγκαίες για την
προσωπική ολοκλήρωση των μαθητών, την ανάπτυξη της ιδιότητας του ενεργού πο-
λίτη, την κοινωνική τους ένταξη και απασχόληση.
10
Το πλαίσιο αναφοράς της Ε.Ε. ορίζει οκτώ (8) βασικές ικανότητες: επικοινωνία στη μητρική γλώσ-
σα, επικοινωνία σε ξένες γλώσσες, μαθηματική ικανότητα και βασικές ικανότητες στην επιστήμη και
την τεχνολογία, ψηφιακή ικανότητα, μεταγνωστικές ικανότητες, κοινωνικές ικανότητες, επιχειρηματι-
κότητα, πολιτισμική συνείδηση και έκφραση (βλ. Επίσημη Εφημερίδα της Ε.Ε. 18/12/06).
14

Στο πλαίσιο αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου εντάσσεται και η αξιολόγηση
του έργου του εκπαιδευτικού ως μία από τις παραμέτρους εκείνες που επηρεάζουν
την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης.
•
Η αξιολόγηση του έργου του εκπαιδευτικού θα μπορούσε να ενταχθεί στο
πλαίσιο της αυτοαξιολόγησης της σχολικής μονάδας, με εστίαση στο επιστη-
μονικό, παιδαγωγικό, υπηρεσιακό και κοινωνικό έργο του εκπαιδευτικού. Στο
πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η αξιολόγηση των νεοδιόριστων εκπαιδευτικών,
αφού για τη μονιμοποίησή τους βαρύνουσα σημασία μπορεί να έχει η πιστο-
ποίηση της εισαγωγικής τους επιμόρφωσης (βλ. σχετικά Πρόταση του Π.Ι. για
την Επιμόρφωση των Εκπαιδευτικών, μέρος Β΄).
•
Στην περίπτωση των εκπαιδευτικών που υπηρετούν ως στελέχη της εκπαί-
δευσης ή εκείνων που πρόκειται να διεκδικήσουν θέση στελέχους ενδείκνυ-
ται ένα πολυδιάστατο μοντέλο συνδυασμού εσωτερικής και εξωτερικής αξιο-
λόγησης της αποτελεσματικότητας του έργου τους. Συγκεκριμένα, η αξιολό-
γηση των εν ενεργεία και των υποψηφίων στελεχών θα μπορούσε να επικε-
ντρωθεί στον βαθμό ανάδειξης των επιστημονικών, παιδαγωγικών, οργανωτι-
κών και γενικότερα ηγετικών τους ικανοτήτων.11 Με τον τρόπο αυτό διασφα-
λίζεται η επιλογή τους με αμιγώς αξιοκρατικά κριτήρια. Ως ενδεικτικοί τρόποι
αξιολόγησης εν προκειμένω αναφέρονται η αυτοαξιολόγηση (self-evaluation),
η αμφίδρομη αξιολόγηση (top-down και bottom-up) σε σχέση είτε με τη σχο-
λική μονάδα είτε με την περιφέρεια, η αξιολόγηση από συναδέλφους (peer
evaluation/assessment), ο ατομικός φάκελος επιτευγμάτων (portfolio), η αξιο-
λόγηση από εξωτερικό αξιολογητή, η αξιολόγηση από δευτεροβάθμιο όργανο
σε περιπτώσεις ενστάσεων ή όπου παρουσιάζεται αδυναμία αντικειμενικής
αποτίμησης όλων των πτυχών του έργου τους ή σε περίπτωση που η έκθεση
αυτοαξιολόγησής τους αποκλίνει από τα δεδομένα που προκύπτουν από τους
άλλους τρόπους αξιολόγησης κ.λπ. 12
Σημειώνεται ότι το πιλοτικό πρόγραμμα Ηγεσία για τη Μάθηση, το οποίο αποτελεί συνέχεια του
Ευρωπαϊκού Πιλοτικού Προγράμματος για την Αξιολόγηση της Ποιότητας της Εκπαίδευσης προβάλλει
τον εκπαιδευτικό ως εμψυχωτή της όλης διαδικασίας και ως θετικό πρότυπο μίμησης.
12
Σημειώνεται ότι στο Τμήμα Αξιολόγησης και Επιμόρφωσης του Π.Ι., σύμφωνα με το υφιστάμενο
θεσμικό πλαίσιο (Ν. 2986/2002), υπάρχει πρόβλεψη σύστασης μέχρι και εβδομήντα (70) θέσεων
παρέδρων επί θητεία διαφόρων ειδικοτήτων, έργο των οποίων αποτελεί η αξιολόγηση του εκπαιδευτι-
κού έργου και του έργου των εκπαιδευτικών. Το σώμα αυτό θα λειτουργεί και ως δευτεροβάθμιο όρ-
γανο κρίσης σε περίπτωση ενστάσεων.
11
15

•
Είναι αυτονόητο ότι το προτεινόμενο πλαίσιο αρχών και κανόνων για την αξι-
ολόγηση του εκπαιδευτικού έργου θα πρέπει να ανταποκρίνεται τόσο στις
πραγματικές ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας και του ελληνικού εκπαι-
δευτικού συστήματος όσο και στα σύγχρονα ερευνητικά δεδομένα. Αυτονό-
ητο επίσης είναι ότι οι ιδιαιτερότητες του κάθε εκπαιδευτικού συστήματος
υπαγορεύουν διαφοροποιήσεις ή και εναλλακτικές στρατηγικές, ανάλογα με
την εκάστοτε εκπαιδευτική περίσταση. Ένα μοντέλο αξιολόγησης του εκπαι-
δευτικού έργου πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες της εκπαιδευτικής κοι-
νότητας και της ελληνικής κοινωνίας και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να
εφαρμοστεί κάποιο σύστημα στη βάση υποθέσεων εργασίας ή συμπερασμά-
των που έχουν εξαχθεί από την υλοποίηση ανάλογων πιλοτικών προγραμμά-
των σε ξένες χώρες. Για τον λόγο αυτό, προτείνεται η εφαρμογή πιλοτικού
προγράμματος αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου για ικανό χρονικό
διάστημα, τριών περίπου ετών. Στο πρόγραμμα αυτό θα εφαρμοστούν όλες οι
σύγχρονες τάσεις για την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου, προκειμένου
να προσδιοριστούν με σαφήνεια οι όροι, οι συνθήκες και τα κριτήρια που θα
διασφαλίζουν την αξιοπιστία του εγχειρήματος. Στο πρόγραμμα θα μπορούν
να συμμετέχουν εθελοντικά σχολικές μονάδες από την Πρωτοβάθμια και τη
Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.
Η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου προϋποθέτει τη χάραξη εκπαιδευτικής
πολιτικής και, ως εκ τούτου, για την εφαρμογή της απαιτείται τόσο η συναίνεση των
εμπλεκόμενων μερών όσο και η πολιτική βούληση. Η αξιολόγηση δεν μπορεί και
δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί για να «ενοχοποιήσει» ή να «ελέγξει» τους εκπαιδευτι-
κούς αλλά για να υποστηρίξει όλες τις παραμέτρους του εκπαιδευτικού συστήματος.
Για τον λόγο αυτό, δεν μπορεί παρά να αποτελεί μια βαθύτατα συμμετοχική διαδικα-
σία, στην οποία εμπλέκονται όλοι όσοι μετέχουν στο εκπαιδευτικό έργο.13 Η αξιολό-
γηση περιλαμβάνει όλες τις παραμέτρους του εκπαιδευτικού συστήματος και σαφώς
δεν πρέπει να περιορίζεται αποκλειστικά στον εκπαιδευτικό ή τον μαθητή. Ως ανα-
τροφοδοτικός υποστηρικτικός μηχανισμός συνυφαίνεται με την ίδια την ποιότητα της
εκπαίδευσης και στοχεύει στη διαρκή βελτίωση και αναβάθμισή της. Έτσι, η αξιολό-
γηση -αποσυνδεδεμένη από τη λογική του στείρου συγκεντρωτικού και γραφειοκρα-
13
Εδώ συμπεριλαμβάνονται και όλοι οι επιστημονικοί φορείς της Εκπαίδευσης.
16

τικού ελέγχου- συμβάλλει στην ενίσχυση της αυτονομίας του εκπαιδευτικού έργου
και στην επίτευξη των στόχων ποιότητας ολόκληρου του εκπαιδευτικού συστήματος.
Γ. ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Νόμοι και Προεδρικά Διατάγματα
Νόμος 1566/1985
Νόμος 1304/1982
Νόμος 2525/1997
Νόμος 2986/2002
Π.Δ. 320/1993
Π.Δ. 140/1998
Υ.Α. Δ2-1938/1998
Σχέδιο Π.Δ. 140/1988
Μελέτες και άρθρα
Αθανασίου, Λ. (1993). Η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού στο σχολείο. Η Αμφισβήτηση των
Εξετάσεων και των Βαθμών στο Σχολείο: Επιχειρήματα και Αντεπιχειρήματα, 229-254.
Αθήνα: Γρηγόρης.
Γκότοβος, Θ. (1984). Κριτική Παιδαγωγική και Εκπαιδευτική Πράξη, Αθήνα: Ελληνικά
Γράμματα.
Καλαϊτζοπούλου, Μ. (2001). Ο εκπαιδευτικός ως στοχαζόμενος επαγγελματίας. Αθήνα: Τυ-
πωθήτω.
Καρατζιά-Σταυλιώτη, Ε. (1999). Σχολική αποτελεσματικότητα - Μια συγκριτική Οικονομική
Προσέγγιση, Μέντορας 1, 49-76.
Κασσωτάκης, Μ. (1992). Το αίτημα της αντικειμενικής αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έρ-
γου και τα προβλήματά του. Αξιολόγηση του Εκπαιδευτικού Έργου - Βασική κατάρτιση
και επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, 46-70. Αθήνα: Εκδοτικός Όμιλος Συγγραφέων –
Καθηγητών.
Κασσωτάκης, Μ. (2003). Αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου και των εκπαιδευτικών, Η
λέσχη των εκπαιδευτικών, 30, 3-8.
Κατσαρού, Ε. & Δεδούλη, Μ. (2008). Επιμόρφωση και αξιολόγηση στο χώρο της εκπαίδευσης.
Στο πλαίσιο του Γ΄ΚΠΣ/ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ/ΕΝΕΡΓΕΙΑ 2.1.1/Κατηγορία Πράξεων 2.1.1.στ:
«Επιμόρφωση Στελεχών Διοίκησης της Εκπαίδευσης». Αθήνα: Παιδαγωγικό Ινστιτού-
το.
Κατσαρού, Ε. & Τσάφος, Β. (2001). Εφαρμόζοντας το Πειραματικό Πρόγραμμα «Εσωτερική
Αξιολόγηση και Προγραμματισμός Έργου στη Σχολική Μονάδα»: Το Παράδειγμα των
Διερευνητικών Πρακτικών. Αξιολόγηση Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων και Σχολείου:
Εκπαιδευτική Αξιολόγηση; Πώς;, 206-213. Αθήνα: Μεταίχμιο.
Κατσαρού, Ε., Μπανιάς, Π., Σοφιανού, Ε., & Τσάφος, Β. (2003). Εσωτερική αξιολόγηση στο
Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας Αχαρνών. Πρακτικά του 1ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Σχο-
λείων Δεύτερης Ευκαιρίας. Αθήνα: Γενική Γραμματεία Εκπαίδευσης Ενηλίκων.
Κουλαϊδής, Β. (επιμ.). (2005). Αποτύπωση του εκπαιδευτικού συστήματος σε επίπεδο σχολικών
μονάδων. Αθήνα: Κ.Ε.Ε.
17

Κωνσταντίνου, Χ. (2000). Η αξιολόγηση της επίδοσης του μαθητή ως παιδαγωγική λογική και
σχολική πρακτική. Αθήνα: Gutenberg.
Λάμνιας, Κ. (1997). Η αξιολόγηση του μαθητή: ανάδειξη διαφοροποιημένων σηματοδοτή-
σεων της έννοιας. Παιδαγωγική Επιθεώρηση, 26, 7-35.
Ματθαίου, Δ. (2000). Οδηγός αποτίμησης του εκπαιδευτικού έργου στη σχολική μονάδα για
την Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Αδημοσίευτη Έκθεση, Αθήνα: Υ-
ΠΕΠΘ-Π.Ι.
Μαυρογιώργος, Γ. (1992). Η αξιολόγηση στην υποχρεωτική εκπαίδευση και η ευρεία συναί-
νεση. Αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου: βασική κατάρτιση και επιμόρφωση των εκ-
παιδευτικών: Διήμερο της Ο.Ι.Ε.Λ.Ε., 86-106. Αθήνα: Όμιλος Συγγραφέων – Καθηγη-
τών.
Μπαγάκης, Γ., Δεμερτζή, Κ. & Σταμάτης, Θ. (2007). Ένα σχολείο μαθαίνει. Αθήνα: Α.Α. Λι-
βάνη.
Ξωχέλλης, Π. (2006). Ο εκπαιδευτικός στον σύγχρονο κόσμο. Αθήνα: Τυπωθήτω - Γ. Δαρδα-
νός.
Παπακωνσταντίνου, Π. (1993). Εκπαιδευτικό έργο και αξιολόγηση στο σχολείο. Αθήνα: Έκ-
φραση.
Παπαναούμ, Ζ. (2000). Η βελτίωση του εκπαιδευτικού έργου στη σχολική μονάδα: Θεωρητι-
κό πλαίσιο και πρακτικές προεκτάσεις. Ο προγραμματισμός του εκπαιδευτικού έργου στη
σχολική μονάδα, 11-21. Θεσσαλονίκη.
Επι-
Παπασταμάτης, Α. (2001). Αξιολόγηση του έργου των εκπαιδευτικών. Παιδαγωγική
θεώρηση, 31, 37-64.
Πασιαρδής, Π. (1994). Προς ένα σύστημα αξιολόγησης του έργου του εκπαιδευτικού. Νέα
Παιδεία, 72, 15-33.
Πασιαρδής, Π., Σαββίδης, Ι., Τσιάκκιρος, Α. (2005). Η αξιολόγηση του διδακτικού έργου των
εκπαιδευτικών. Από τη θεωρία στην πράξη. Αθήνα: Έλλην.
Σαΐτης, Χ. (2000). Οργάνωση και διοίκηση της εκπαίδευσης: Θεωρία και πράξη. Αθήνα: Α-
τραπός.
Σολομών, Ι. (1998). Μοντέλα και πρακτικές εκπαιδευτικής αξιολόγησης: μορφές κοινωνικού
ελέγχου και συγκρότηση παιδαγωγικών υποκειμένων. Virtual school, The sciences of
education on line, 1 (2), στην ηλεκτρονική διεύθυνση: www.auth.gr/virtualschool/1.2/
TheoryResearch/CongressSolomon.html
Σολομών, Ι. (1999). Εσωτερική αξιολόγηση και προγραμματισμός του εκπαιδευτικού έργου στη
σχολική μονάδα. Ένα πλαίσιο εργασίας και υποστήριξης. Αθήνα: Παιδαγωγικό
Ινστιτούτο-Τμήμα Αξιολόγησης.
ΥΠΕΠΘ/Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (2008). Η ποιότητα στην εκπαίδευση: Έρευνα για την αξιο-
λόγηση ποιοτικών χαρακτηριστικών του συστήματος Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκ-
παίδευσης. Αθήνα.
Apple, M. (1979). Ideology and Curriculum. Boston: Routledge and Kegan Paul.
Alviκ, T. (1997). School Self-evaluation: A whole School Approach. Dundee: CIDREE
Barkley, St., & Cohn, R. (1999). Professional Growth Plans offer Alternative to Teacher
Checklists. The School Administrator Web Edition, στην ηλεκτρονική διεύθυνση:
www.aasa.org
Bowman, M. (1999). Using Peers in Teacher Evaluation. The School Administrator Web
Edition, στην ηλεκτρονική διεύθυνση: www.aasa.org
18

Carr, W., & Kemmis, S. (1997). Για μια κριτική εκπαιδευτική θεωρία: Εκπαίδευση, γνώση και
έρευνα δράσης, μτφρ. Α. Λαμπράκη-Παγανού, Ε. Μηλιγκού & Κ. Ροδιάδου-Αλμπάνη.
Αθήνα: Κώδικας.
Clemmons, J., Laase, L., Cooper, D., Areglado, N., & Dill, M. (1993). Portfolios in the
Classroom: A Teacher΄s Sourcebook. New York: Scholastic.
Cohen, L., & Manion, L. (1997). Μεθοδολογία εκπαιδευτικής έρευνας, μτφρ. Χ. Μητσοπού-
λου, Μ. Φιλοπούλου. Αθήνα: Έκφραση.
Costa, A. L., & Killick, B. (1993). Through the Lens of the critical Friend. Educational Lead-
ership, 51 (2), 49-51.
Cullingford, C. (1997): Assessment versus Evaluation. London: Cassell.
Eurydice (2004). Evaluation of Schools providing compulsory Education in Europe. Brussels:
Eurydice European Unit in: http://www.eurydice.org
Freiberg, M., Zbikowski, J., & Ganser, T. (1996). Where do we go from here? Decisions and
Dilemmas of Teacher Mentors. Paper presented at the Annual Meeting of the American
Educational Research Association. New York.
Harris, A. (1999). Teaching and Learning in effective School. England: Ashgate Publishing
Limited.
Hoy, W. K., & Miskel, C. G. (2001). Educational Administration: Theory, Research, and
Practice (6th ed.). New York: McGraw-Hill.
Ingvarson, L. C. (2001). Developing Standards and Assessments for accomplished Teaching:
A Comparison of recent Reforms in the USA and the UK. In D. Middlewood & C.
Cardno (Εds), Developments in Teacher Appraisal. London: Routledge.
Kelly, C. (1999). The motivational Ιmpact of school- based Performance Rewards. Journal of
Personnel Evaluation in Education, 12, 309–26.
MacDonald, D. (2003). Curriculum Change and the post-modern World: Is the Curriculum-
Reform Movement an Anachronism?. Journal of Curriculum Studies, 35 (2), 139–49.
March, J. G., & Olsen, J. P. (1976), Ambiguity and Choice in Organizations. Oslo: Univer-
sitetsförlaget.
McΒeath, J. (2001). Η αυτοαξιολόγηση στο σχολείο. Ουτοπία και πράξη, επιμ.–μτφρ. Χ. Δού-
κας & Ζ. Πολυμεροπούλου. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
McΒeath, J. (2001). Το σχολείο που μαθαίνει. Αξιολόγηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων και
σχολείου: Εκπαιδευτική αξιολόγηση; Πώς;, 157-166. Αθήνα: Μεταίχμιο.
Mialaret, G. (2006). Sciences de l’Éducation: Aspects historiques, Problèmes épistemologi-
ques. Paris: PUF.
Miles, Μ. (1981). Mapping the Common Properties of Schools. Ιn R. Lehming & M. Kane
(Εds), Improving Schools: Using what we know. Beverly Hills, California: Sage Publi-
cations.
Nevo, D. (2001). School Evaluation: Internal or external. Studies in Educational Evaluation,
27, 95-106.
Painter, B. (2001). Using teaching Portfolios. Educational Leadership, 58 (5), 31-34.
Peterson, K. D. (2000). Teacher Evaluation: A comprehensive Guide to new Directions and
Practices. Thousand Oaks, CA: Corwin Press.
Scriven, M. (1991). Evaluation Thesaurus. Newbury Park CA: Sage.
Sergiovanni, T. J., & Starrat, R. J. (2002). Supervision: A redefinition. N. York: Mc Graw
Hill Publishing Company.
Strange, J. H. (1995). Balancing individual and institutional Goals in educational Personnel
Evaluation: A conceptual Framework. Studies in Educational Evaluation, 21 (2), 131-
151.
19

Teddlie, C., Stringfield, S., & Burdett, J. (2003). International Comparisons of the Relation-
ships among educational Effectiveness, Evaluation and Improvement Variables: An
Overview. Journal Personnel Evaluation in Education, 17 (1), 5-20.
Verdis, A., Kriemadis, T. & Pashiardis, P. (2003). Historical, comparative and statistical Per-
spectives of School Effectiveness Research: Rethinking educational Evaluation in
Greece. International Journal of Educational Management, 17 (4), 155-169.
Δικτυακός τόπος για την αξιολόγηση στη Μ. Βρετανία και την Ολλανδία http://www.sici-
pectorates.org/ww/en/pub/sici/members/european_inspectorates_profil.htm (ημ. πρό-
σβασης 11/ 06/ 09)
Ευρυδίκη, Eυρωπαϊκή βάση δεδομένων www.eurydice.org (ημ.πρόσβασης Μάιος 2009)
Υπουργείο Παιδείας της Φινλανδίας www.edu.fi
Υπουργείο Παιδείας της Γαλλίας www.education.gouv.fr
20
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ...

31 Μαρ 2010

Εργαλεία και μεθοδολογίες αξιολόγησης ανοικτών περιβαλλόντων μάθησης


Των Μαρία Κορδάκη, Νίκος M. Αβούρης, Νίκος K. Τσέλιος
Ερευνητική ομάδα Aλληλεπίδρασης Aνθρώπου Yπολογιστή, Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και
Τεχνολογίας Υπολογιστών, Πανεπιστήμιο Πατρών, 265 00 Ρίο Πάτρα.
Kordaki@cti.gr , N.Avouris@ee.upatras.gr, nitse@ee.upatras.gr

Διαθέσιμο σε ηλεκτρονική μορφή εδώ

Περίληψη
Οι σύγχρονες θεωρίες μάθησης επηρεάζουν το σχεδιασμό εκπαιδευτικού λογισμικού και δημιουργούν
αρκετά ερωτήματα για το σχεδιασμό των μελετών αξιολόγησής του. Η έμφαση πια δίνεται στο
σχεδιασμό ανοικτών περιβαλλόντων μάθησης στηριγμένων στο συνδυασμό κοινωνικών και
εποικοδομιστικών προσεγγίσεων για τη γνώση και τη μάθηση. Η αξιολόγηση αυτών των περιβαλλόντων...

παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον μιας και η συμπεριφορά των μαθητών μέσα σε αυτά δεν είναι
προβλέψιμη. Στην εργασία αυτή παρουσιάζεται ένα περιβάλλον αξιολόγησης το οποίο συνδυάζει την
ευρετική μέθοδο αξιολόγησης, τη μέθοδο πεδίου και την αξιολόγηση βασισμένη σε μοντέλο χρήστη.
Για την υποστήριξη αυτών των μεθόδων δημιουργήθηκαν νέα εργαλεία τα οποία παρουσιάζονται σε
συνδυασμό με ενδεικτικά παραδείγματα, τα οποία σχολιάζονται κριτικά και συγκρίνονται μεταξύ τους.
Το περιβάλλον αξιολόγησης παρουσιάζεται μέσα από την εμπειρία αξιολόγησης ενός ανοικτού
περιβάλλοντος μάθησης και πειραματισμού με γεωμετρικές έννοιες που προορίζεται για τις πρώτες
τάξεις του γυμνασίου.
Λέξεις κλειδιά : Αξιολόγηση, εκπαιδευτικό λογισμικό
Tools and methodologies for evaluation
of open learning environments
Maria Kordaki, Nikolaos M. Avouris, Nikolaos K. Tselios
Human-Computer Interaction Group, Electrical and Computer Engineering Department
University of Patras, GR-26500 Rio Patras, Greece
Kordaki@cti.gr , N.Avouris@ee.upatras.gr, nitse@ee.upatras.gr
Abstract
Modern theories of learning influence the design of educational software and raise questions on the most
appropriate techniques to be used for its evaluation. Today special emphasis is given on the design of
open learning environments, based on constructivist and social approaches. Evaluation of such
environments is particularly difficult, since the behaviour of students in this context is not easily
predictable. In this paper, an environment supporting the evaluation of open learning environments is
presented. This environment combines a heuristic evaluation technique, field study and evaluation based
on user models. New tools have been developed supporting this process, which are presented here in
relation to typical evaluation examples. The evaluation environment is presented through a case study of
an open environment for learning and experimentation with geometrical concepts for the first years of
secondary school. Key words : Evaluation, educational software

1. Εισαγωγή
Η αξιολόγηση εκπαιδευτικού λογισμικού έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους
εκπαιδευτικούς, τους γονείς αλλά και τους ειδικούς προκειμένου να τους βοηθήσει να
αποφασίσουν για την επιλογή του κατάλληλου εργαλείου το οποίο θα μπορεί να
χρησιμοποιηθεί ως περιβάλλον μάθησης. Κατά το σχεδιασμό μελετών αξιολόγησης ο
ερευνητής καλείται να απαντήσει σε μια σειρά από ερωτήματα. Τα βασικότερα από
αυτά συνδέονται με το αν η αξιολόγηση θα αφορά σε τεχνικά ζητήματα όπως η
ευχρηστία του λογισμικού ή σε θέματα εκπαιδευτικού χαρακτήρα όπως το τι ο
μαθητής μαθαίνει σε αλληλεπίδραση με το λογισμικό. Σχετικά έχει γίνει αποδεκτή η
θεώρηση μελέτης της ευχρηστίας του εκπαιδευτικού λογισμικού σε συνδυασμό με την
εκπαιδευτική του σημασία (Squires & Preece, 1999). Επιπλέον ερωτήματα αφορούν
στο αν η αξιολόγηση θα γίνει από εκπαιδευτικούς ή από εδικούς, στο αν θα
πραγματοποιηθεί στο εργαστήριο ή στην τάξη, όπως και στο αν θα συμμετέχουν ή όχι
οι μαθητές σε αυτή τη διαδικασία. Σημαντικό ρόλο επίσης παίζει ο ορισμός των
στόχων οι οποίοι τίθενται από κάθε τέτοια μελέτη.
Μια ποικιλία από μεθοδολογίες έχουν αναπτυχθεί για την αξιολόγηση εκπαιδευτικού
λογισμικού. Ορισμένες από αυτές είναι δανεισμένες από το χώρο των θετικών
επιστημών, πραγματοποιούνται στο εργαστήριο, προσπαθούν να απομονώσουν τον
έλεγχο κάποιων μεταβλητών, συχνά πραγματοποιούνται ανεξάρτητα από κάποιο
θεωρητικό πλαίσιο και έχουν κυρίως ποσοτικό χαρακτήρα (Bates, 1981). Αν και η
σημασία των τεχνικών αυτών είναι αναμφισβήτητη, επειδή το περιβάλλον αυτών των
ερευνών είναι τεχνητό και ως εκ τούτου δεν παρέχει αρκετές πληροφορίες για το τι
συμβαίνει όταν το εκπαιδευτικό λογισμικό δοκιμάζεται με πραγματικούς χρήστες
(Gunn, 1995) είναι απαραίτητη η συμπλήρωση τους με μελέτες πεδίου. Άλλες
μεθοδολογίες πραγματοποιούνται μεν στην τάξη με χρήση ερωτηματολογίων, όμως τα
ερωτήματα που χρησιμοποιούνται είναι κλειστού τύπου και ως εκ τούτου δεν δίνουν
την ευκαιρία για τον εντοπισμό επιπλέον παραγόντων οι οποίοι μπορεί να είναι
σημαντικοί, επιδρούν στη μάθηση και οφείλονται στη συμμετοχή του εκπαιδευτικού
λογισμικού στη μαθησιακή διαδικασία. Τέτοιοι παράγοντες πολλές φορές είναι
αδύνατον να προσδιοριστούν από τη φάση του σχεδιασμού της έρευνας ώστε να
διερευνηθεί η επίδρασή τους στη μάθηση μέσω κλειστών ερωτήσεων. Επιπλέον μέσα
από αυτές τις μεθοδολογίες δεν είναι τόσο εύκολο να εκφραστούν οι ατομικές
διαφορές των μαθητών στη μάθηση (Marton & Sajio, 1976). Γενικότερα οι

προσεγγίσεις αξιολόγησης σύμφωνα με τις οποίες γίνεται πρόβλεψη της χρήσης του
εκπαιδευτικού λογισμικού με τους μαθητές από κάποιον ειδικό λογισμικού ή
εκπαιδευτικό έχουν αμφισβητηθεί ως μονοσήμαντες προσεγγίσεις και για αυτό έχουν
συμπληρωθεί από εναλλακτικές ποιοτικές προσεγγίσεις. Οι ποιοτικές αυτές
προσεγγίσεις δίνουν έμφαση στο πως και τι ο μαθητής μαθαίνει (Marton, 1981; 1988)
ενώ οι εποικοδομιστικές προσεγγίσεις στη μάθηση συνδέουν την αξιολόγηση της
μάθησης του μαθητή με την εξέλιξή του σε κάποιο περιβάλλον έτσι ώστε ενεργητικά
να κατασκευάζει τις προσωπικές του στρατηγικές προκειμένου να λύνει προβλήματα
τα οποία έχουν σημασία για αυτόν (von Glasersfeld, 1987). Οι εποικοδομιστικές
ποιοτικές προσεγγίσεις σε συνδυασμό με κοινωνικές θεωρήσεις για τη γνώση και τη
μάθηση έχουν γίνει αποδεκτές στην αξιολόγηση του εκπαιδευτικού λογισμικού όπου
επιχειρείται επίσης ένας συνδυασμός της αξιολόγησης της μάθησης και της
ευχρηστίας του (Squires & Preece, 1999). Eπιπλέον αναγνωρίζεται η ανάγκη της
συμβατότητας μεταξύ του θεωρητικού πλαισίου του σχεδιασμού του εκπαιδευτικού
λογισμικού και εκείνου της αξιολόγησής του (Kordaki & Avouris, 2000; Kordaki &
Potari, 1988).
1.1 Ανοικτά περιβάλλοντα μάθησης
Τα περιβάλλοντα μάθησης τα οποία σχεδιάζονται με βάση το γνωσιοθεωρητικό
πλαίσιο του εποικοδομισμού είναι κυρίως ανοικτά περιβάλλοντα. Χαρακτηριστικά
αναφέρονται το περιβάλλον της γλώσσας Logo, το περιβάλλον της δυναμικής
Γεωμετρίας Cabri-Geometry (Laborde, 1990), όπως και το περιβάλλον ημι-ποσοτικών
μοντέλων Models Creator (Dimitrakopoulou, et al, 1999). Tα περιβάλλοντα αυτά τα
οποία ορίζονται και ως μικρόκοσμοι (Papert, 1980) αποτελούνται : από ένα σύνολο
από πρωταρχικά αντικείμενα και βασικές λειτουργίες που επιδρούν σε αυτά όπως και
ένα σύνολο από κανόνες που διέπουν αυτή την επίδραση, τα οποία σχετίζονται με τη
συνήθη δομή ενός τυπικού συστήματος. Επιπλέον αποτελούνται από έναν χώρο ο
οποίος συνδέει αντικείμενα και λειτουργίες με τα φαινόμενα στην οθόνη του
υπολογιστή. Ουσιαστικά αυτός ο χώρος καθορίζει τον τύπο της ανάδρασης που
παρέχουν αυτά τα περιβάλλοντα (Balacheff & Sutherland, 1994). Η αξιολόγηση
τέτοιων περιβαλλόντων έχει δυσκολίες από την άποψη του ότι η μαθησιακή πορεία
του μαθητή δεν μπορεί να προβλεφθεί από τη φάση του σχεδιασμού του λογισμικού.
Επιπλέον, αυτά τα περιβάλλοντα είναι δυνατόν να εξελίσσονται κατά τη διάρκεια της
χρήσης τους από τους μαθητές (Hoyles, 1993, σελ. 3). Από αυτή την άποψη η έρευνα

για την αξιολόγησή τους στο πεδίο είναι αναντικατάστατη. Από μιαν άλλη όμως
άποψη υπάρχουν αρκετά θέματα τα οποία αφορούν στο σχεδιασμό των περιβαλλόντων
αυτών ως εργαλείων όπως και ως περιβαλλόντων μάθησης τα οποία πρέπει να
εντοπισθούν από ειδικούς πριν από τη μελέτη στο πεδίο. Με τέτοια ζητήματα
ασχολούνται οι ευρετικές μέθοδοι αξιολόγησης της ευχρηστίας του λογισμικού
(Nielsen, 1994) όπως και οι παρόμοιες μέθοδοι αξιολόγησης της ευχρηστίας του
λογισμικού σε συνδυασμό με τη μάθηση (Squires & Preece, 1999). Οι ευρετικές αυτές
μέθοδοι υλοποιούνται στο εργαστήριο από ειδικούς.
Η αξιολόγηση εκπαιδευτικού λογισμικού στο πεδίο αποτελεί μια μεθοδολογική
προσέγγιση σύμφωνα με την οποία η γνώση παράγεται με βάση την επαγωγική μέθοδο
μέσα από την κατάλληλη οργάνωση των δεδομένων και όχι με τη χρήση της
παραγωγικής μεθόδου ως έλεγχος υποθέσεων (Babbie, 1989, σελ. 261-290). Επομένως
η πληρέστερη και σαφέστερη απεικόνιση της πραγματικής κατάστασης παίζει
σημαντικό ρόλο για την διεξαγωγή αξιόπιστων συμπερασμάτων. Για το λόγο αυτό
συσκευές συλλογής δεδομένων πολλαπλών αναπαραστάσεων όπως πχ. ήχος, εικόνα,
κίνηση, αρχεία καταγραφής πληκτρολογήσεων κλπ, δημιουργούν πηγές με βάση τις
οποίες
δύναται
να
γίνει
πληρέστερη
Οι
επεξεργασία
πολλαπλές
ώστε
να
εξαχθούν
δεδομένων
αντιπροσωπευτικότερα
συμπεράσματα.
μορφές
οργανώνονται ανά μαθητή ώστε να είναι δυνατή η μελέτη της συμπεριφοράς του. Οι
συμπεριφορές αυτές είναι συνεπώς δυνατόν να μελετηθούν με βάση το σύνολο των
μαθητών ή τον κάθε μαθητή ξεχωριστά.
2. Το πλαίσιο της έρευνας
Η μελέτη αυτή εστιάζει στη χρήση και στην ανάπτυξη εργαλείων για την υποστήριξη
της αξιολόγησης ανοικτών περιβαλλόντων μάθησης και ειδικότερα μικροκόσμων. Η
προσέγγιση που υιοθετήθηκε για την αξιολόγηση αυτών των περιβαλλόντων αποτελεί
μια σύνθεση της ευρετικής προσέγγισης και της αξιολόγησης στο πεδίο με μαθητές.
Για την ευρετική αξιολόγηση δημιουργήθηκαν νέοι κανόνες οι οποίοι συζητούνται σε
σχέση με ήδη υπάρχοντες στην ενότητα 3.1. Για την αξιολόγηση στο πεδίο
χρησιμοποιήθηκαν κατ αρχάς ήδη υπάρχοντα εργαλεία αξιολόγησης δημιουργήθηκαν
όμως στην πορεία και νέα εργαλεία τα οποία παρουσιάζονται στην ενότητα 3.2. Το
περιβάλλον αξιολόγησης που δημιουργήθηκε δοκιμάστηκε για την αξιολόγηση του
μικρόκοσμου C.AR.ME. ο οποίος αφορά στη μάθηση γεωμετρικών εννοιών.

2.1. Ο μικρόκοσμος C.AR.ME.
O μικρόκοσμος C.AR.ME. (The Conservation of ARea and its MEasurement)
κατασκευάστηκε προκειμένου να αποτελέσει ένα περιβάλλον μάθησης των εννοιών
που αφορούν στη διατήρηση και στη μέτρηση της επιφάνειας (Kordaki & Potari,
1988).
Αποτελεί
ένα
ανοικτό,
αλληλεπιδραστικό
περιβάλλον
πολλαπλών
αναπαραστάσεων και οπτικής ανατροφοδότησης των ενεργειών του μαθητή. Ο
σχεδιασμός του μικρόκοσμου ήταν αποτέλεσμα σύνθεσης τριών μοντέλων κατά την
κατασκευή των οποίων έγινε προσπάθεια να αντιστοιχηθούν θεωρητικές αρχές σε
τεχνικά χαρακτηριστικά. Στο πρώτο μοντέλο επιχειρήθηκε μια ερμηνεία της
εποικοδομιστικής
γνωσιοθεωρητικής
τοποθέτησης
σε
συνδυασμό
με
κοινωνικοπολιτισμικές θεωρήσεις για τη γνώση και τη μάθηση (Confrey, 1995;
Bauersfeld, 1988). Το δεύτερο μοντέλο στηρίχθηκε σε αποτελέσματα ερευνών που
αφορούν στην κατανόηση της έννοιας της διατήρησης και της μέτρησης της
επιφάνειας από τους μαθητές ενώ το τρίτο μοντέλο στηρίχθηκε επίσης σε πιθανές
ενέργειες των μαθητών προκειμένου να αντιμετωπίσουν προβλήματα που αφορούν τις
παραπάνω έννοιες. Στην εικόνα 1 παρουσιάζονται τα εργαλεία τα οποία παρέχονται
από το περιβάλλον του μικρόκοσμου όπως εμφανίζονται στη διεπιφάνεια χρήστη.
Αρχείο
Ανοιγμα
Ανοιγμα
τελευταίου
Αποθήκευση
τελευταίου
Αποθήκευση
σαν...
Εκτύπωση
Eξοδος
Καθάρισμα
οθόνης
Σχεδίαση
Τετραγωνικός
καμβάς
Τριγωνικός
καμβάς
Σχεδίαση
πολυγώνου
Σχεδίαση
ευθ. τμήματος
Τέλος σχεδίασης
πολυγώνου
Επεξεργασία
Επιλογή μέρους
Επιλογή όλου
Κοπή
Επικόλληση
Σχεδίαση
γωνίας στροφής
Στροφή
Σχεδίαση άξονα
συμμετρίας
Συμμετρία
ως προς άξονα
Σβηστήρες
Μέτρηση
Επιφάνειας
Γωνίας
Ευθυγράμμου
τμήματος
Aυτόματοι
Μετασχηματισμοί
Τετράγωνο
Ορθογώνια
Επιπλέον ορθογώνια
Παραλληλόγραμμα
Επιπλέον παρ/μα
Tρίγωνα
Επιπλέον τρίγωνα
Εμφάνιση
αριθμητικών στοιχείων
Εργαλεία
Τετραγωνική
μονάδα
Ορθογώνια μονάδα
Μονάδα του μαθητή
Επικάλυψη
με μονάδα
Καταμέτρηση
μονάδων
Τετραγωνικό καρέ
Ορθογώνιο καρέ
Καρέ του μαθητή
Βοήθεια
Εικόνα 1. Οι επιλογές του μικρόκοσμου C.AR.ME.
Διατίθενται εργαλεία με τη χρήση των οποίων ο μαθητής μπορεί να σχεδιάσει τα δικά
του σχήματα (εργαλεία κάτω από τον κατάλογο ‘Σχεδίαση’, εικόνα 1). Επιπλέον

εργαλεία τα οποία επιτρέπουν στο μαθητή να μελετήσει την έννοια της διατήρησης της
επιφάνειας μέσα από πολλαπλές αναπαραστάσεις της, όπως ύστερα από τεμαχισμό και
ανασύνθεση (εργαλεία κάτω από τον κατάλογο ‘Επεξεργασία’, εικόνα 1), καθώς και
μέσα από αυτόματους μετασχηματισμούς (εργαλεία κάτω από τον κατάλογο
‘Αυτόματοι μετασχηματισμοί’, εικόνα 1). Επιπλέον διατίθενται εργαλεία για την
κατανόηση της έννοιας της μέτρησης της επιφάνειας χρησιμοποιώντας μια ποικιλία
μονάδων μέτρησης (εργαλεία κάτω από τον κατάλογο ‘Εργαλεία’, εικόνα 1) όπως
επίσης και με τη χρήση αυτόματης μέτρησης επιφάνειας ενός επιλεγέντος σχήματος με
τυποποιημένες μονάδες μέτρησης πχ cm2 (εργαλεία κάτω από τον κατάλογο
‘Μέτρηση’, εικόνα 1). Στην εικόνα 2 παρουσιάζεται η αποτύπωση του περιβάλλοντος
κατά την αλληλεπίδραση ενός μαθητή με αυτό.
Εικόνα 2. Μετασχηματισμός ενός μη κυρτού πολυγώνου σε νέο ισοδύναμο σχήμα ύστερα από
τεμαχισμό και ανασύνθεση (α) & (β), μέτρηση ενός σχήματος με χρήση μονάδων
2.2. Το περιβάλλον αξιολόγησης
Στην επόμενη ενότητα 3, περιγράφονται οι επί μέρους φάσεις αξιολόγησης που
προτείνονται, τα εργαλεία που έχουν αναπτυχθεί για την υποστήριξη της μεθοδολογίας
και ενδεικτικά αποτελέσματα χρήσης της μεθοδολογίας κατά την αξιολόγηση του
μικρόκοσμου C.AR.ME.
3. Παρουσίαση των εργαλείων – αποτελέσματα
Στην Εικόνα 3 παρουσιάζεται μια διαγραμματική παράσταση του περιβάλλοντος το
οποίο δημιουργήθηκε για την αξιολόγηση ανοικτών περιβαλλόντων μάθησης όπως ο
μικρόκοσμος C.AR.ME. Στα πλαίσια του συνδυάζονται διαφορετικές τεχνικές που
παρουσιάζονται στη συνέχεια.

3.1. H Ευρετική αξιολόγηση
Η μέθοδος της ευρετικής αξιολόγησης αφορά στην εξέταση του συστήματος από
ειδικούς οι οποίοι ελέγχουν κατά πόσο το σύστημα ικανοποιεί γνωστούς ευρετικούς
κανόνες (heuristic rules) οι οποίοι έχουν αναπτυχθεί με βάση θεωρητικά μοντέλα και
συσσωρευμένη εμπειρία. Στα πλαίσια της δικής μας ερευνητικής προσπάθειας
ακολουθήθηκε μια προσέγγιση συνδυασμού ευρετικών κανόνων ευχρηστίας και
μάθησης. Οι τυπικοί κανόνες ευχρηστίας προσαρμόστηκαν με βάση την περιγραφή
των τυπικών χαρακτηριστικών ανοικτών περιβαλλόντων μάθησης. Παρατίθενται
αρχικά
ορισμένοι
κανόνες
που
διέπουν
ανοικτά
περιβάλλοντα
μάθησης,
προσαρμοσμένοι από το (Kορδάκη 1999, κεφάλαιο 5), οι οποίοι έχουν κωδικοποιηθεί
στον Πίνακα 1. Κατά την αξιολόγηση του συστήματος ελέγχεται αν ικανοποιούνται
και σε ποιο βαθμό οι οκτώ απαιτήσεις αυτού του πίνακα.
Κανόνες
αξιολόγησης
ευχρηστίας και
μάθησης
Ευρετική
αξιολόγηση
Πρόβλεψη της
ευχρηστίας και
της μάθησης
Συσκευές
παρατήρησης και
συλλογής
δεδομένων
Στόχοι
αξιολόγησης
Εργαλεία
ανάλυσης
δεδομένων
(Usability
Analyser)
Εργαλεία δημιουργίας
μοντέλων (Cognitive
Model Builder)
παρατήρηση
πεδίου
Δεδομένα
παρατήρησης
Επιλογή
δεδομένων με
βάση τους
στόχους της
αξιολόγησης
Ανάλυση και
επεξεργασία των
δεδομένων
Δημιουργία
μοντέλων που
αφορούν τη
μάθηση και την
χρήση
Ποσοτικά και
ποιοτικά
συμπεράσματα
παρατήρησης
Μοντέλα συμπεριφοράς
(γενικευμένα και ατομικά)
Εικόνα 3. Διαγραμματική παράσταση του περιβάλλοντος αξιολόγησης
Από την πλευρά της ευχρηστίας λογισμικού οι καθιερωμένοι ευρετικοί κανόνες
ευχρηστίας όπως έχουν προταθεί από τον (Nielsen, 1994) και έχουν χρησιμοποιηθεί
ευρύτατα στο πεδίο, είναι αυτοί που περιέχονται στον Πίνακα 2.

[α1] Είναι δυνατή η ενεργητική συμμετοχή του μαθητή στην αλληλεπίδραση του με το σύστημα;
[α2] Είναι δυνατή η ανάπτυξη προσωπικών στρατηγικών επίλυσης προβλημάτων από τους μαθητές;
[α3] Διατίθενται εργαλεία από το περιβάλλον προς τον μαθητή που ανταποκρίνονται στον τρόπο που ο
μαθητής μαθαίνει σύμφωνα με το νοητικό του επίπεδο;
[α4] Τα εργαλεία που διατίθενται είναι κυμαινόμενης διαφάνειας ώστε να είναι δυνατή η έκφραση
ατομικών διαφορών μεταξύ των μαθητών καθώς και εσωτερικών διαφορών του κάθε μαθητή;
[α5] Παρέχει το περιβάλλον δυνατότητα πειραματισμού με τις έννοιες που οικοδομούνται;
[α6] Υπάρχουν πολλαπλές αναπαραστάσεις και πολλαπλές λύσεις που μπορεί να δοθούν από τους
μαθητές;
[α7] Παρέχεται επαρκής ανάδραση της κατάστασης του συστήματος και της προόδου που έχει
επιτευχθεί ώστε να είναι δυνατός ο αναστοχασμός του μαθητή;
[α8] Υπάρχει η δυνατότητα ελέγχου της ορθότητας των δραστηριοτήτων από τον ίδιο τον μαθητή;
Πίνακας 1. Κανόνες μαθησιακών χαρακτηριστικών ανοικτών περιβαλλόντων μάθησης
[ε1] Παρέχει το σύστημα συνεχώς κατάλληλη ανάδραση της κατάστασης του σε εύλογο χρόνο;
[ε2] Χρησιμοποιείται απλή και κατανοητή γλώσσα και εικονικές και συμβολικές αναπαραστάσεις που
είναι προσαρμοσμένες στο νοητικό επίπεδο του χρήστη ;
[ε3] Παρέχεται δυνατότητα ελέγχου και ελευθερία κίνησης στον χρήστη, π.χ. δυνατότητα αναίρεσης
εσφαλμένης ενέργειας (undo) ;
[ε4] Υπάρχει συνέπεια στην χρήση ορολογίας επιλογών, σημασιολογία συμβόλων κλπ, σε όλη τη
διεπιφάνεια χρήστη;
[ε5] Το σύστημα προστατεύει τον χρήστη από πιθανά σφάλματα;
[ε6] Γίνεται προσπάθεια ελαχιστοποίησης του μνημονικού φορτίου του χρήστη, περιορίζονται στο
ελάχιστο όσα ο χρήστης πρέπει να θυμάται;
[ε7] Το σύστημα προσαρμόζεται στις ανάγκες των πεπειραμένων χρηστών, παρέχοντας συντομεύσεις
σε συχνές ακολουθίες ενεργειών;
[ε8] Το σύστημα χαρακτηρίζεται από καλαισθησία και μινιμαλισμό στην παρεχόμενη πληροφορία ώστε
να αποφεύγεται σύγχυση του χρήστη;
[ε9] Τα μηνύματα σε περίπτωση σφάλματος είναι σαφή και κατανοητά και προτείνουν διέξοδο από το
σφάλμα;
[ε10] Η παρεχόμενη βοήθεια και εγχειρίδια χρήσης είναι σύντομα και περιεκτικά, και εστιάζουν σε
εργασίες του χρήστη αντί για λειτουργίες του συστήματος;
Πίνακας 2. Ευρετικοί κανόνες αξιολόγησης ευχρηστίας λογισμικού (Nielsen 1994)
Μετά από σύγκριση των δύο ομάδων κανόνων που φαίνονται στους Πίνακες 1 και 2,
παρατηρούμε ότι αυτές δεν έρχονται σε κανένα σημείο σε σύγκρουση. Σε κάποιο
βαθμό παρατηρείται επικάλυψη μεταξύ των κανόνων αν και η έμφαση είναι
διαφορετική. Για παράδειγμα οι κανόνες (α7) και (ε1) ταυτίζονται. Επίσης οι κανόνες
(α1) και (ε3) είναι συμπληρωματικοί και αφορούν στο ίδιο αντικείμενο, δηλ. στον
βαθμό ελέγχου που ο μαθητής έχει επί της διαδικασίας. Επίσης οι κανόνες (α3) και
(ε2) εκφράζουν παρόμοια απαίτηση, δηλαδή την ανάγκη το σύστημα να είναι
προσαρμοσμένο στο νοητικό επίπεδο του μαθητή. Οι υπόλοιποι κανόνες είναι απόλυτα
συμπληρωματικοί, γενικά δε η πρώτη ομάδα καλύπτει λειτουργικά χαρακτηριστικά
ενώ η δεύτερη καλύπτει χαρακτηριστικά της διεπιφάνειας χρήσης και της διάδρασης
του μαθητή με το σύστημα. Στα πειράματα που έγιναν οι κανόνες συνδυάστηκαν και
χρησιμοποιήθηκαν ως ενιαίο σύνολο. Σε αντίθεση με άλλες τεχνικές, όπως
ερωτηματολόγια, οι άξονες αξιολόγησης είναι σχετικά λίγοι και γενικής μορφής. Το
αποτέλεσμα της φάσης αξιολόγησης αυτής για το CARME πήρε τη μορφή μιας

έκθεσης από παρατηρήσεις που αφορούν κάθε ξεχωριστό ευρετικό κανόνα. Για
παράδειγμα οι παρατηρήσεις που αφορούν τον κανόνα [ε3] φαίνονται στον πίνακα 3.
Μια γενική παρατήρηση ήταν ότι ενώ οι κανόνες της ομάδας (α) ικανοποιούνται σε
μεγάλο βαθμό, αυτοί της ομάδας (ε) ανέδειξαν πολλαπλά προβλήματα του
συστήματος.
Κανόνας [ε3]: Ελευθερία κίνησης- δυνατότητα αναιρεσης




Δεν υπάρχει δυνατότητα αναίρεσης κάποιας ενέργειας του μαθητή (π.χ. αναίρεση σχεδίασης μιας
πλευράς πολυγώνου κλπ)
Για να γίνει στροφή ενός σχήματος, πρέπει ο μαθητής να σχεδιάσει πρώτα επιλέγοντας το σχήμα,
μετά να ορίσει τη γωνία στροφής, να μετρήσει τη γωνία και τέλος να δώσει την εντολή "στροφή"
κατά τη διαδικασία σχεδίασης αν γίνει επιλογή από μενού χωρίς να ολοκληρωθεί η σχεδίαση δεν
δίνεται η δυνατότητα να ολοκληρωθεί η σχεδίαση
δεν δίνεται η δυνατότητα εναλλακτικού τρόπου ορισμού γωνίας στροφής (π.χ. με ορισμό μοιρών)
Πίνακας 3. Παρατηρήσεις ειδικών με βάση τον ευρετικό κανόνα [ε3]
3.2. Το περιβάλλον αξιολόγησης εκπαιδευτικού λογισμικού στο πεδίο
3.2.1. Εργαλεία συλλογής δεδομένων σε πραγματικές συνθήκες αλληλεπίδρασης των
μαθητών με το λογισμικό
Προκειμένου να υποστηριχθεί η μεθοδολογία της αξιολόγησης που προαναφέρθηκε
χρησιμοποιήθηκαν συσκευές του Εργαστηρίου Ευχρηστίας Λογισμικού, όπως
μικρόφωνα καταγραφής συνομιλιών, βίντεο, καταγραφή της οθόνης του μαθητή,
logfiles πληκτρολογήσεων, με δυνατότητα συγχρονισμού των διαφορετικών πηγών
δεδομένων. Με τα μέσα αυτά ήταν εφικτή η πληρέστερη καταγραφή της
συμπεριφοράς των μαθητών κατά την αλληλεπίδραση τους με τον μικρόκοσμο. Οι
συσκευές αυτές καταγράφουν την αλληλεπίδραση μαθητή-μικρόκοσμου κατά τη
διάρκεια του πειράματος, αλλά και την αλληλεπίδραση δάσκαλου-μαθητή και της
ομάδας μαθητών. Τα δεδομένα που προκύπτουν (εικόνα, κίνηση, ήχος, ιστορικό
πληκτρολογήσεων, χρόνοι διεκπεραίωσης εργασιών κλπ.) μπορούν να αναλυθούν στη
συνέχεια με κατάλληλο λογισμικό. Στην εικόνα 3, φαίνεται μια τυπική αποτύπωση
σύνθετων δεδομένων που έχουν προκύψει από μίξη δύο πηγών βίντεο και μιας πηγής
ήχου από το πείραμα αξιολόγησης: Στο υπόβαθρο έχει καταγραφεί η οθόνη του
υπολογιστή των μαθητών, ενώ έχει υπερτεθεί η εικόνα των μαθητών.
3.2.2. Εργαλεία παρουσίασης πολλαπλών μορφών δεδομένων
Για την διευκόλυνση της μελέτης της συμπεριφοράς κάθε μαθητή μετά την διεξαγωγή
των πειραμάτων, δημιουργήθηκε ένα εργαλείο ταυτόχρονης παρουσίασης πολλαπλών
μορφών δεδομένων στην οθόνη του υπολογιστή. Το πρωτότυπο αυτό εργαλείο

ονομάστηκε Usability Analyzer (UA). Τα δεδομένα τα οποία μπορεί να διαχειριστεί o
UA είναι τα αρχεία των παρατηρητών με τη μορφή κειμένου, οι κατασκευές των
μαθητών με τη μορφή εικόνας και τα αρχεία καταγραφής του ιστορικού επιλεγμένων
ενεργειών τους, οι οποίες είχαν καταγραφεί με τη μορφή log files.
Εικόνα 3. Παρουσίαση δεδομένων που έχουν συλλεγεί από μελέτη πεδίου
Τα δεδομένα αυτά διαφέρουν από εκείνα που συλλέγονται απευθείας από το πεδίο στο
ότι αποτελούν επιλεγμένα δεδομένα με βάση τα κριτήρια της αξιολόγησης. Ένα
παράδειγμα παρουσιάζεται στην εικόνα 4.
Το περιβάλλον του Usability Analyzer έδωσε την ευκαιρία για την επεξεργασία και τη
μελέτη των στρατηγικών των μαθητών μέσα από δεδομένα πολλαπλών τύπων, την
ομαδοποίησή τους και την οργάνωσή τους σε κατηγορίες. Για παράδειγμα
αναφέρονται οι κατηγορίες στρατηγικών που δημιουργήθηκαν από τους μαθητές και
μελετήθηκαν με τη βοήθεια του UA και αφορούν στην αντιμετώπιση του προβλήματος
της σύγκρισης ενός μη κυρτού πολυγώνου με ένα τετράγωνο (Πίνακας 4).

Χώρος παρουσίασης
αρχείου καταγραφής
ενεργειών μαθητή (log file)
Χώρος παρουσίασης
εικονικών δεδομένων
(αποτύπωμα σχεδίου
μαθητή)
Χώρος καταγραφής
σχολίων παρατηρητή
Εικόνα 4. Το περιβάλλον ανάλυσης δεδομένων πεδίου Usability Analyzer
Οι κατηγορίες των συγκρίσεων
1.
2.
3.
4.
5.
6.
7.
8.
9.
10
11
12
13
Σύνολο
Με το ‘μάτι’
Με την περίμετρο
Με την αυτόματη λειτουργία της μέτρησης
Με τις προσομοιωμένες αισθησιοκινητικές ενέργειες (ακε) των παιδιών
Με τη λειτουργία της μέτρησης
Με τους αυτόματους μετασχηματισμούς & τη λειτουργία της μέτρησης
Με τους αυτόματους μετασχηματισμούς
Με τους αυτόματους μετασχηματισμούς & τις προσομοιωμένες ακε των παιδιών
Με την αυτόματη λειτουργία της μέτρησης & τους αυτόματους μετασχηματισμούς
Με την αυτόματη λειτουργία της μέτρησης & τις προσομοιωμένες ακε
Με τους τύπους υπολογισμού & τις προσομοιωμένες ακε
Με τους τύπους υπολογισμού & the automatic area measurement
Με αυτόματους μετασχηματισμούς & προσομοιωμένες ακε & τη λειτουργία της
μέτρησης & με τύπους υπολογισμού σε συνδυασμό με τον εγκλεισμό του πολυγ.
Αριθμός
μαθητών
1
2
23
14
25
9
10
16
5
4
1
1
3
Αριθμός
στρατ/κών
1
2
28
19
49
12
15
18
5
4
1
1
4
159
Πίνακας 4. Στρατηγικές σύγκρισης που μελετήθηκαν με τη βοήθεια του Usability analyser
3.2.3 Αξιολόγηση μέσω μοντέλου εργασιών
Η ανάπτυξη ενός μοντέλου εργασιών (task model) ή γνωστικού μοντέλου του χρήστη
είναι μια διαδεδομένη μέθοδος σχεδιασμού διαδραστικών συστημάτων. Η μέθοδος
αυτή έχει ευρύτατη διάδοση στην επιστημονική κοινότητα της Επικοινωνίας
Ανθρώπου-Υπολογιστή και έχει οδηγήσει σε ανάπτυξη γνωστικού τύπου εργαλείων
και συμβολισμών, όπως η μέθοδος Hierarchical Task Analysis (ΗΤΑ) και το μοντέλο
Goals-Operators-Methods-Selection Rules (GOMS) (Κieras 1996).

Ως παράδειγμα η εργασία «μετασχηματισμός μη-κυρτού πολυγώνου» μπορεί να
αναλυθεί ως μια ακολουθία βημάτων γνωστικού χαρακτήρα σε πρώτο επίπεδο ως
εξής:
Στόχος 1: σχεδίαση ενός μη-κυρτού πολυγώνου στο χώρο εργασίας,
Στόχος 2: τεμαχισμός ή εγκλεισμός του πολυγώνου (προαιρετικά),
Στόχος 3: μετασχηματισμός των παραγομένων σχημάτων με διάφορα διατιθέμενα
εργαλεία ή συνδυασμούς τους,
Στόχος 4: ανασύνθεση σε ενιαίο σχήμα των μετασχηματισμένων τμημάτων,
Στόχος 5: εκτίμηση διατήρησης επιφάνειας μεταξύ αρχικού και τελικού σχήματος
Στη συνέχεια κάθε ένας από τους Στόχους 1 έως 5 αναλύεται περαιτέρω σε υπο -
στόχους μέχρι το επίπεδο πληκτρολογήσεων ή χειρισμών εργαλείων.
Μέσω των μεθόδων αυτών είναι δυνατή η καταγραφή των στρατηγικών επίλυσης τις
οποίες κατασκευάζει ο χρήστης όταν αλληλεπιδρά με το σύστημα για την επίλυση
προβλημάτων.
Τα μοντέλα αυτά στο ανώτερο επίπεδο περιλαμβάνουν τους στόχους που ο χρήστης
επιθυμεί να επιτύχει χρησιμοποιώντας το σύστημα, ενώ στο κατώτερο ιεραρχικά
επίπεδο περιγράφουν λεπτομερώς την αλληλεπίδραση χρήστη-συστήματος (keystroke
level) για την επίτευξη των στόχων αυτών. Η λεπτομερής καταγραφή των στόχων και
η συσχέτιση τους με ενέργειες, επιτρέπει στον σχεδιαστή ενός συστήματος να
μελετήσει το σύστημα από την πλευρά του χρήστη και να σχεδιάσει τα λειτουργικά
χαρακτηριστικά του και τα χαρακτηριστικά αλληλεπίδρασης. Η εφαρμογή των
μεθόδων αυτών σε επίπεδο μαθητή επιτρέπει την καταγραφή της συμπεριφορά του
ενώ συγχρόνως μπορεί να εξαχθούν συμπεράσματα σχετικά με τη συνθετότητα των
απαιτούμενων εργασιών, την καλή αντιστοίχηση εργαλείων-εργασιών, τις απαιτήσεις
σε γνωστικές λειτουργίες όπως μνημονικό φορτίο κλπ.
Στα πλαίσια αξιολόγησης του CARME δημιουργήθηκε ένα πρότυπο μοντέλο
εργασιών που περιελάμβανε το μοντέλο σχεδιαστή, στο οποίο περιέχονται οι αρχική
υπόθεση του σχεδιαστή του συστήματος όπως αυτό τροποποιήθηκε από την μελέτη
πεδίου, βλέπε και (Kordaki & Avouris, 2000). Το μοντέλο αυτό δεν αφορούσε την
επίλυση του προβλήματος από κάποιον συγκεκριμένο μαθητή, αλλά όλες τις
προσεγγίσεις
που
καταγράφηκαν
στο
πεδίο,
αγνοώντας
τις
παρανοήσεις
σημασιολογικού (σχετικές με την έννοια της επιφάνειας, κλπ) και συντακτικού
χαρακτήρα (χρήση εργαλείων). Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι το αρχικό μοντέλο
σχεδιαστή όσον αφορά τις γνωστικές λειτουργίες μαθητή δεν ήταν πλήρες και

περιελάμβανε πολλές υποθέσεις που δεν επιβεβαιώθηκαν από την μελέτη του πεδίου.
Για παράδειγμα το αρχικό μοντέλο σχεδιαστή προέβλεπε διακριτή χρήση των
διατιθέμενων εργαλείων και διακριτή αντιμετώπιση των εννοιών «διατήρηση
επιφάνειας» και «μέτρηση επιφάνειας» ενώ οι μαθητές συχνά έτειναν να συνδυάζουν
εργαλεία και να αντιμετωπίζουν τις δύο αυτές έννοιες σε συνδυασμό. Προκειμένου
για τον εντοπισμό των διαφορετικών στρατηγικών των μαθητών και την ταξινόμησή
τους σε ομάδες καθώς και την κατηγοριοποίηση και την ιεράρχησή τους,
κατασκευάστηκε ένα σχετικό εργαλείο, όπως περιγράφτηκε στο σχήμα 3, το Cognitive
Model Builder. Το εργαλείο αυτό επιτρέπει τη δημιουργία ενός χάρτη του συνόλου
των διαφορετικών στρατηγικών που κατασκευάστηκαν από το σύνολο των μαθητών.
Η ανάπτυξη και πειραματική χρήση του βρίσκεται σε εξέλιξη και η πλήρης περιγραφή
του είναι αντικείμενο επόμενης δημοσίευσης.
4. Συμπεράσματα
Η ανάγκη σύνθεσης διαφορετικών μεθόδων αξιολόγησης ανοικτών περιβαλλόντων
μάθησης, όπως το C.AR.ME, και η ανάπτυξη κατάλληλων εργαλείων συλλογής,
ανάλυσης των δεδομένων και ανάπτυξης μοντέλων είναι το κύριο συμπέρασμα της
έρευνας που περιγράφτηκε. Τα εργαλεία Usability Analyser και Cognitive Model
Builder που αναφέρθηκαν καθώς και ο πλούσιος εξοπλισμός καταγραφής
συμπεριφοράς του Εργαστηρίου Ευχρηστίας που χρησιμοποιήθηκαν σε ένα τμήμα της
μελέτης πεδίου συνεισέφεραν και διευκόλυναν αποφασιστικά την αξιολόγηση του
μικρόκοσμου. Στην συνέχεια της έρευνας που βρίσκεται σε εξέλιξη, θα γίνει
προσπάθεια ολοκλήρωσης των εργαλείων σε ενιαίο περιβάλλον αξιολόγησης και
εφαρμογή της μεθόδου σε άλλα περιβάλλοντα μάθησης με παρόμοια χαρακτηριστικά.
5. Αναφορές
Babbie, E. (1989). The Practice of Social Research. CA: Wadsworth Publishing Company.
Balacheff, N. & Kaput, J. (1996). Computer-based learning environments in mathematics. In A. J.
Bates, T. (1981). Towards a better research framework for evaluating the effectivness of educational
media. British Journal of Educational Technology, 12(3), 215- 233.
Bauersfeld, H. (1988). Interaction, Construction and Knowledge: Alternative perspectives for
Mathematics Education. In D. A. Grows, T. J. Cooney, & D. Jones (Eds), Effective
Mathematics Teaching (pp.27-46). Hillsdale, New Jersey: N.C.T.M. Lawrence Erlbaum.

Confrey, J. (1995). How Compatible are Radical Constructivism, Sociocultural Approaches, and Social
Constructivism?. In L.P. Steffe & J. Gale (Eds), Constructivism in Education (pp. 185-226).
Hillsdale, New Jersey: Lawrence Erlbaum Associates.
Dimitrakopoulou, A., Komis, V., Aposotolopoulos, P., & Politis, P., (1999). Design principles of a new
modelling environment for young students, AI-ED Proc, 9th Int. Conf. on AI in Education, Le
Mans, France.
Gunn, C. (1995). Usability and beyond: Evaluating Educational effectiveness of computer-based
learning. In G. Gibbs (Eds), Improving Pupil Learning Through Assessment and Evaluation
(pp. 168-190). Oxford Centre for Staff Development.
Hoyles, C. (1993). Microworlds/ schoolworlds: The transformation of an innovation. In C. Keitel and K.
Ruthven (Eds), Learning from computers: Mathematics Educational Technology (pp.1-17).
Berlin: Springer-Verlag.
Kieras, D., (1966). Task Analysis and the Design of Functionality, in CRC Handbook of Computer
Science and Engineering, CRC Press.
Kordaki, M., & Avouris, N., (2000, submited). Modeling in Design and Evaluation of Open Learning
Environments, Computers & Education.
Κορδάκη, Μ., (1999). ΄Οι έννοιες της διατήρησης και της μέτρησης της επιφάνειας μέσα από το
σχεδιασμό την υλοποίηση και την αξιολόγηση εκπαιδευτικού λογισμικού΄. Αδημοσίευτη
διδακτορική διατριβή, Πάτρα, Απρίλιος, 1999.
Kordaki, M., & Potari, D. (1998). A learning environment for the conservation of area and its
measurement: a computer microworld. Computers and Education, 31, 405-422.
Laborde, J-M. (1990). Cabri-Geometry [Software]. France: Universite de Grenoble.
Marton, F. (1981). Phenomenography-Describing Conceptions of the World Around us. Instructional
Science, 10, 177-200.
Marton, F. (1988). Phenomenography: Exploring Different Conceptions of Reality. In D.M. Fetterman
(Eds). Qualitative Approaches to Evaluation in Education: The Silent Scientific Revolution,
(pp. 176-205). New York: Praeger.
Marton, F., & Saljo, R. (1976). On Qualitative differences in Learning: I-outcome and process. Britisch
Journal of Educational Psychology, 46, 4-11.
Nielsen, J., (1994) Usability inspection methods, in J.Nielsen, R.L. Mark (ed.), Usability Inspection
Methods, John Willey, New York, 1994.
Papert, S., (1980). Mindstorms: Pupils, Computers, and Powerful Ideas. New York: Basic Books.
Squires, & Preece, J., (1999). Predicting Quality in Educational Software: Evaluating for Learning,
Usability and the Synergy between them, Interacting with Computers, 11 (1999), pp. 467-483.
von Glasersfeld, E. (1987). Learning as a constructive activity. In C. Janvier (Eds), Problems of
representation in teaching and learning of mathematics (pp.3-18). London: Lawrence Erlbaum.
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ...