Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκπαιδευτικό δράμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκπαιδευτικό δράμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

26 Νοε 2019

Η Αξιοποίηση του Εκπαιδευτικού Δράματος ως Εκπαιδευτικής Τεχνικής σε προγράμματα Εκπαίδευσης Εκπαιδευτικών


Διπλωματική εργασία της Άννας Κιόρογλου στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς το 2017


ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η συγκεκριμένη διπλωματική εργασία έχει ως βασικό σκοπό να διερευνήσει τη συμβολή του Εκπαιδευτικού Δράματος ως εκπαιδευτικής τεχνικής στην επίτευξη των εκπαιδευτικών στόχων προγραμμάτων που απευθύνονται σε εκπαιδευτικούς. Είναι σαφές ότι πρόκειται για ένα πολύπλοκο ζήτημα που έχει πολλές μεταβλητές και ιδιαίτερες δυσκολίες στη μελέτη, δεδομένου ότι η ίδια η τεχνική του Εκπαιδευτικού Δράματος αναπτύσσει ικανότητες σε γνωστικό, κοινωνικό αλλά και προσωπικό επίπεδο. Αφορμή αυτής της εργασίας αποτέλεσε η προσωπική ενασχόληση με το θέατρο και γενικά την τέχνη του δράματος, η επαγγελματική ενασχόληση με την εκπαίδευση, αλλά και μια γενικότερη ανάγκη μελέτης του πεδίου αυτού, προσβλέποντας σε μια περαιτέρω έρευνα για τη διερεύνηση δυνατότητας χρήσης της τεχνικής του Εκπαιδευτικού Δράματος σε εξ’ αποστάσεως εκπαιδευτικά προγράμματα. Η ερευνητική μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε ήταν η ποιοτική με ερευνητικό εργαλείο συλλογής δεδομένων την ημιδομημένη συνέντευξη αναζητώντας την ποιοτική και όχι την ποσοτική ανάλυση των δεδομένων. Το δείγμα συνίσταται από οκτώ (8) εκπαιδευτές ενηλίκων και συγκεκριμένα εκπαιδευτικών, που χρησιμοποιούν ως βασική τεχνική εκπαίδευσης το Εκπαιδευτικό Δράμα. Τα συμπεράσματα της έρευνας συνοψίζονται στο ότι:

Για να διαβάσετε/κατεβάσετε τη διπλωματική εργασία της Άννας Κιόρογλου...


πατήστε εδώ
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ...

29 Νοε 2013

Ανάπτυξη της ενσυναίσθησης μέσα από αναστοχαστικές τεχνικές εκπαιδευτικού δράματος σε θέματα αποδοχής της ετερότητας


Ε
ισήγηση της Σπυριδούλας Μπιρμπίλη στο Β΄θεατρολογικό Συνέδριο του Πανελλήνιου Επιστημονικού Συλλόγου Θεατρολόγων με θέμα:

METANAΣΤΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΣΤΗ ΣΥΧΓΡΟΝΗ ΔΡΑΜΑΤΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΣΚΗΝΙΚΗ ΠΡΑΞΗ.

Ο τίτλος της παρούσας εισήγησης περιέχει τις λέξεις Ενσυναίσθηση, Αναστοχαστικές τεχνικές, Εκπαιδευτικό δράμα, Αποδοχή και Ετερότητα. Αναλύοντας τις έννοιες αυτές, θα επιχειρήσω να αποδείξω πώς συγκεκριμένες τεχνικές που χρησιμοποιεί το εκπαιδευτικό δράμα μπορούν να αποβούν χρήσιμες στο σημερινό πολυπολιτισμικό σχολείο.
Ετερότητα και Ενσυναίσθηση
Τι είναι ετερότητα; Το διαφορετικό από αυτό που έχουμε συνηθίσει, το ''Άλλο'', το ανοίκειο. Πολύς λόγος γίνεται για τον ''Άλλο'' στις μέρες μας και συνήθως το μυαλό μας πάει στον ξένο, τον μετανάστη. Η ετερότητα ωστόσο είναι μέρος της ζωής μας, είτε μιλάμε για ετερότητα ως προς τον πολιτισμό και την κουλτούρα, είτε ετερότητα στη θρησκεία, είτε αναφερόμαστε σε οτιδήποτε διαφορετικό. Ο ''Άλλος'' μπορεί να είναι ο μαθητής με μαθησιακές δυσκολίες ή με ειδικές ανάγκες και δεξιότητες, ο οικονομικά κατώτερος, εκείνος με διαφορετική μορφή οικογένειας (μονογονεϊκή, υιοθετημένος, παππούδες αντί για γονείς, δυο οικογένειες που ενώθηκαν σε μια, κ.ο.κ). ''Άλλος'' μπορεί να είναι εκείνος που έχει διαφορετική σωματική διάπλαση ή απλώς κάποιος που τα ενδιαφέροντά του είναι διαφορετικά από της πλειοψηφίας. ''Άλλος'' είναι ακόμα ο μεγαλύτερος ή ο ''μικρός'' της πρώτης τάξης που οι ''μεγάλοι'' δε θέλουν να κάνουν παρέα μαζί του.
Η ετερότητα έχει τόσες μορφές που ίσως να είναι δύσκολο να μιλάμε για ομοιότητα. Αν επικεντρωθούμε στην ετερότητα ως προς την εθνικότητα, το πιο σημαντικό είναι να μην ξεχνάμε ότι κι εμείς, οι γηγενείς, οι ντόπιοι, είμαστε οι ''Άλλοι'', οι διαφορετικοί για τους μετανάστες μαθητές. Όπως εμείς βρίσκουμε δύσκολο να τους καταλάβουμε, άλλο τόσο δυσκολεύονται κι αυτοί να ενταχθούν και να κατανοήσουν τις συνήθειές μας. Χρειάζεται και οι δυο ομάδες, και οι ντόπιοι και οι μετανάστες, να κάνουμε βήματα μπροστά και να συναντηθούμε στη μέση...

Για να διαβάσετε ολόκληρη την εισήγηση της Σπυριδούλας Μπιρμπίλη...




πατήστε εδώ
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ...

9 Οκτ 2012

Η συμβολή του Εκπαιδευτικού Δράματος στην επαγγελματική, προσωπική και κοινωνική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα.


Διπλωματική εργασία της συναδέλφου ΠΕ03 Χριστίνας Ζουρνά
Πανεπιστήμιο Μακεδονίας
Τμήμα Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών
Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τμήματος Εκπαιδευτικής & Κοινωνικής Πολιτικής
Θεσσαλονίκη, 2012

Βασικός σκοπός αυτής της εμπειρικής ποιοτικής έρευνας ήταν να μελετήσει τις αντιλήψεις εκπαιδευτικών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σχετικά με τη συμβολή του Εκπαιδευτικού Δράματος στην επαγγελματική, προσωπική και κοινωνική τους ανάπτυξη. Το ποιοτικό υλικό συγκεντρώθηκε αρχικά με ομάδα εστίασης, όπου αναδύθηκαν αρκετά σημαντικά θέματα και διευκρινίστηκαν οι βασικοί άξονες πάνω στους οποίους διαμορφώθηκε ο πιλοτικός οδηγός συνέντευξης και στη συνέχεια, με εστιασμένες συνεντεύξεις σε βάθος, εκπαιδευτικών που γνώρισαν το Εκπαιδευτικό Δράμα ως μαθητευόμενοι και το έχουν υιοθετήσει ως διδακτική μέθοδο στην πράξη. Τα ευρήματα έδειξαν ότι οι περισσότεροι συμμετέχοντες θεωρούν το Εκπαιδευτικό Δράμα καθοριστικό για την επαγγελματική, προσωπική και κοινωνική ανάπτυξη που βίωσαν από τότε που το γνώρισαν, χαρακτηρίζοντάς το σημαντικό εργαλείο στη διδακτική τους πρακτική, ουσιαστικό βοήθημα στην επίτευξη των στόχων της διδασκαλίας, μία μέθοδο καινοτόμα, ολιστική, βιωματική, παιδαγωγική, καλλιτεχνική, διεπιστημονική, μια προσέγγιση κατάλληλη για όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, συμπεριλαμβανομένης της εκπαίδευσης εκπαιδευτών και εκπαίδευσης ενηλίκων. Θεωρούν ότι η ενασχόλησή τους με το Εκπαιδευτικό Δράμα ενίσχυσε την πίστη τους στην αναγκαιότητα της διά βίου μάθησης, ενδυνάμωσε το ρόλο τους ως εκπαιδευτικών, ισχυροποίησε την επαγγελματική τους ταυτότητα, τους βοήθησε να αναπτύξουν δεξιότητες, συνεργασίες και ουσιαστική αλληλεπίδραση μέσα και έξω από το σχολικό χώρο, συνέβαλε στην αυτογνωσία τους, στη γενικότερη ωφέλειά τους ως προσωπικοτήτων και στην κοινωνική τους αφύπνιση. Υπακούοντας στο κονστρουκτιβιστικό πλαίσιο κοινωνικής κατασκευής της μάθησης, σύμφωνο προς τις σύγχρονες θεωρίες εγκαθιδρυμένης γνώσης, αυθεντικής μάθησης, αλλαγής και επικοινωνίας, το Εκπαιδευτικό Δράμα προτείνεται από τους συμμετέχοντες να εισαχθεί ως μέθοδος προσέγγισης του Αναλυτικού Προγράμματος στην τυπική εκπαίδευση όλων των βαθμίδων, με στόχο να συμβάλει στη δημιουργία ενός ανθρωπιστικού σχολείου, ανοικτού στην κοινωνία του 21ου αιώνα, ένα χώρο μάθησης, ανάπτυξης, δημιουργίας.

Λέξεις-κλειδιά:
Εκπαιδευτικό δράμα
Επαγγελματική ανάπτυξη εκπαιδευτικών
Εκπαιδευτικοί Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης
Ομαδοσυνεργατική βιωματική μέθοδος
Educational drama
Professional development of secondary teachers

Για να διαβάσετε ολόκληρη την εργασία της Χριστίνας Ζουρνά, πατήστε εδώ


Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ...

16 Νοε 2011

ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ, ΤΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΔΡΑΜΑ ΚΑΙ....Ο ΜΠΡΕΧΤ

Της Αθηνάς Καραβόλτσιου

Από πρακτικά συνεδρίου του Ερευνητικού Ιδρύματος Πολιτισμού και Εκπαίδευσης



Περίληψη
Το εργαστήριο αφορά τόσο στην εμψύχωση ενός παραμυθιού με τεχνικές Εκπαιδευτικού Δράματος όσο και στον τρόπο που η μπρεχτική θεωρία θεάτρου συνδέεται με αυτό. Οι δραστηριότητες που προτείνονται, οργανώνονται γύρω από το κεντρικό ερώτημα που θέτει το παραμύθι και αφορούν στην εισαγωγή:
Α) στο χώρο-ατμόσφαιρα,
Β) στο ρόλο, σκέψεις –συναισθήματα, μέσω γλωσσικής και σωματικής έκφρασης
Γ) στη δραματική ένταση της ιστορίας, δίλημμα-απόφαση,
Δ) στο συμβολικό επίπεδο.
Οι δράσεις που προτείνονται τοποθετούν τους συμμετέχοντες στις εξής
διαφορετικές θέσεις:
ηθοποιός / θεατής / συγγραφέας / σκηνοθέτης,
προκειμένου να κινηθούν στους άξονες:
βίωμα, αναστοχασμός, περιεχόμενο, μορφή.
Τα παραπάνω συνδέονται με βασικά σημεία της μπρεχτικής θεωρίας της «αποστασιοποίησης»: διάλυση της θεατρικής «ψευδαίσθησης», κατάργηση του «τέταρτου τοίχου», κριτική θέαση του κόσμου, εξερεύνηση πιθανών πραγματικοτήτων.
Τέλος, γίνονται προτάσεις για τον τρόπο που η παραπάνω μέθοδος δουλειάς με τα παιδιά μπορεί να παρουσιαστεί σε κοινό.

Για να διαβάσετε τις πλήρεις προδιαγραφές του βιωματικού εργαστηρίου της Αθηνάς Καραβόλτσιου, πατήστε εδώ

Για να μάθετε περισσότερα για την Αθηνά Καραβόλσιου, πατήστε εδώ


Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ...

2 Ιουν 2011

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΔΡΑΜΑ: ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ, ΠΕΔΙΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ...ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ.

Των Θάλειας Καλλιαντά και Αθηνάς Καραβόλτσου

Περίληψη.
Το άρθρο, αρχικά, αναφέρεται στον παιδαγωγικό ρόλο του Εκπαιδευτικού Δράματος: αλληλεπίδραση με την ομάδα, επίλυση προβλημάτων, βίωμα και αναστοχασμός, μορφή και περιεχόμενο, καθώς επίσης και στα είδη των παιδαγωγικών του στόχων: κατανόηση γεγονότων και εννοιών, ανάπτυξη προσωπικών και κοινωνικών δεξιοτήτων, καλλιέργεια αισθητικής. Ακολουθεί μία σύντομη αναφορά στα πεδία εφαρμογής του Εκπαιδευτικού Δράματος: αναλυτικό πρόγραμμα, προσωπική ανάπτυξη, κοινωνικά θέματα, τέχνη. Μετά από τη συνοπτική αναφορά στα στάδια της δημιουργίας ενός σχεδιασμού μαθήματος Εκπαιδευτικού Δράματος από τον εκπαιδευτικό, ακολουθεί ένας πλήρης σχεδιασμός με θέμα ένα παραμύθι, με συγκεκριμένους στόχους ανά δραστηριότητα...



Summary.
This article refers to the pedagogic role of drama in education (DIE): interaction with the group, problem solving, feeling and reflection, content and form, as well as the nature of its goals: understanding facts and ideas, development of personal and social skills, aesthetics. After that, there is a short report on DIE’s areas of application: curriculum, personal development, social issues, art. We then have a look at the procedure of designing a drama lesson plan and finally, examine one, organized around a fairytale, suggesting certain aims, objectives and activities.

Σκοπός της εισήγησής μας είναι να καταδείξει τη χρησιμότητα του Εκπαιδευτικού Δράματος στο σχολείο και συγκεκριμένα στην ανάδειξη του νοήματος μιας ιστορίας μέσω μιας διαδικασίας βιωματικής μάθησης. Η εισήγηση αποτελείται από τρία μέρη. Στο πρώτο μέρος γίνεται αναφορά στα στοιχεία του Εκπαιδευτικού Δράματος που καθορίζουν τον παιδαγωγικό του ρόλο και στα πεδία εφαρμογής του. Στο δεύτερο μέρος παρουσιάζεται η διαδικασία σχεδιασμού ενός μαθήματος Εκπαιδευτικού Δράματος και στο τρίτο δίνεται, συνοπτικά, ένα παράδειγμα σχεδιασμού με θέμα ένα παραμύθι. Ο όρος Εκπαιδευτικό Δράμα αποτελεί μετάφραση στα Ελληνικά του όρου « Drama in Education», που αναπτύχθηκε στην Αγγλία με τη σημερινή του μορφή, τη δεκαετία του 1980. Ανάλογες κινήσεις ωστόσο έχουν εκδηλωθεί και σε άλλες χώρες, όπως Γαλλία, Τσεχία, Αυστραλία, Καναδάς, Η.Π.Α, κλπ.
Ως Εκπαιδευτικό Δράμα ορίζεται μια αυστηρά δομημένη παιδαγωγική διαδικασία, η οποία χρησιμοποιεί τη θεατρική φόρμα, τις τεχνικές δηλαδή και τα εργαλεία της Δραματικής Τέχνης με σκοπό την ολόπλευρη προσωπική και κοινωνική ανάπτυξη των συμμετεχόντων καθώς και την αποτελεσματικότερη αφομοίωση της γνώσης μέσα στο κοινωνικό της πλαίσιο. Έμφαση δίνεται εδώ στη διαδικασία σε αντίθεση με το προϊόν, γι’ αυτό και χρησιμοποιείται ο όρος Δράμα που αναφέρεται στη δράση που συντελείται στο εδώ και στο τώρα, και όχι στην προετοιμασία ενός δρώμενου με σκοπό την παρουσίασή του σε τρίτους. Χωρίς να αποκλείεται , η δημιουργία θεατρικής παράστασης δεν αποτελεί προϋπόθεση, ούτε βασικό στόχο του Εκπαιδευτικού Δράματος.

Ο ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ του Εκπαιδευτικού Δράματος συνίσταται στα εξής:
1.Αποτελεί κοινωνική μορφή τέχνης.
Στηρίζεται στην ομάδα, στη συλλογικότητα, και στη συνεργασία. Το παιδί μαθαίνει μέσα από την αλληλεπίδρασή του με τους άλλους και δοκιμάζει στον κόσμο του φανταστικού, ρόλους και κοινωνικές συμπεριφορές που θα υιοθετήσει αργότερα στη ζωή του.

2.Χρησιμοποιεί τη γλώσσα της φαντασίας για την επίλυση προβλημάτων και την κατανόηση του κόσμου και του εαυτού. Η φαντασία εδώ νοείται σα συνδυασμός συναισθήματος και λόγου. Το δράμα ξεκινάει πάντα από μια αισθητή διατάραξη των ανθρώπινων σχέσεων, ένα πρόβλημα , το οποίο δημιουργεί ένταση και ταυτόχρονα ανάγκη για λύση αυτής της έντασης, μέσα από δράση. Τα παιδιά μέσα από τους ρόλους τους, καλούνται να ενεργοποιήσουν τη φαντασία αλλά και την κρίση τους, για να πάρουν σωστές αποφάσεις και να οδηγηθούν στις σωστές λύσεις. Στο σημείο αυτό ακριβώς συντελείται η γνώση. Η διαδικασία είναι η ίδια με τη διαδικασία της μάθησης: η μάθηση ξεκινά από μια αισθητή σύγχυση, διατάραξη της ισορροπίας στη σκέψη του μαθητή, η οποία οφείλεται σε κάποια αντίφαση, ασυνέπεια ή ατέλεια σε σχέση με το φαινόμενο που μελετά. Αυτό δημιουργεί περιέργεια ( ένταση) και ταυτόχρονα ανάγκη για ικανοποίηση της περιέργειας και κατανόηση του φαινομένου με την ενεργοποίηση της φαντασίας και της κρίσης. Έτσι το Δράμα, μέσα από την έκθεση προβλημάτων και την ένταση που προκαλεί, δημιουργεί ΤΟ ΚΙΝΗΤΡΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΜΑΘΗΣΗ.

3. Το δράμα δεν περιορίζεται μόνο στη βιωματική εμπειρία αλλά προχωρά στη συνειδητοποίηση της εμπειρίας αυτής και έτσι επιτυγχάνει τη μάθηση. Σύμφωνα με τον John Dewey: “Δε μαθαίνουμε με το να κάνουμε, εκτός αν αυτό που κάνουμε συμβάλλει στην αλλαγή της αντίληψής μας για τη ζωή. Για να
επιτευχθεί η μάθηση, ο πράτων πρέπει να συνειδητοποιήσει τις συνέπειες της πράξης του. Συνεπώς, η μάθηση είναι αποτέλεσμα της «εμπειρίας» ,αλλά η απλή πράξη δεν αποτελεί εμπειρία”. Πράξη λοιπόν και συνειδητοποίηση μαζί συγκροτούν την εμπειρία και για το λόγο αυτό στο Εκπαιδευτικό Δράμα χρησιμοποιούνται μια σειρά από συμβάσεις που παγώνουν ή καθυστερούν τη δράση, με σκοπό να την αναλύσουν, να την ερμηνεύσουν και να την κατανοήσουν. Η διαδικασία αυτή αποδίδεται με τον αγγλικό όρο «reflection» και σύμφωνα με την Dοrothy Heathcote, αυτό είναι το καθοριστικό στοιχείο του Εκπαιδευτικού δράματος που το διαφοροποιεί από το θέατρο στην εκπαίδευση.

4. Στο δράμα είναι σημαντικό τόσο το περιεχόμενο όσο και η μορφή.
Το δράμα χρησιμοποιεί προσεκτικά επιλεγμένα παραδείγματα για να διαπραγματευτεί ένα θέμα ή ερώτημα και να οδηγηθεί μέσα από τη διερεύνησή του στην κατανόηση βαθύτερων και αφηρημένων εννοιών. Η επεξεργασία γίνεται πάντα σε δύο επίπεδα: προσωπικό και κοινωνικό. Οι παιδαγωγικοί στόχοι που μπορεί να επιτευχθούν μέσα από το Εκπαιδευτικό Δράμα μπορούν να καλύψουν τις παρακάτω κατηγορίες:
α. Ανάπτυξη προσωπικών δεξιοτήτων
β. Ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων
γ. Ανάπτυξη αισθητικής.
δ. Κατανόηση γεγονότων.
ε. Κατανόηση εννοιών.
Aνάλογα με τους στόχους στους οποίους θα δοθεί έμφαση, η εφαρμογή του Εκπαιδευτικού Δράματος μπορεί να γίνει σε συνδυασμό με άλλες περιοχές μάθησης (μαθήματα του αναλυτικού προγράμματος), οπότε χαρακτηρίζεται ως μεθοδολογία, ή αυτόνομα , οπότε αποτελεί ξεχωριστό μάθημα. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, το πιο σημαντικό προϊόν που μπορεί να παραχθεί στο τέλος της διαδικασίας, είναι ένα περισσότερο ολοκληρωμένο άτομο και όχι ένα είδος παράστασης.

ΠΕΔΙΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΑΝΑΛΥΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
• Στην ανάπτυξη του προφορικού και γραπτού λόγου της μητρικής ή μιας ξένης γλώσσας.
• Στην εξιστόρηση, κατανόηση και ανάλυση ιστορικών γεγονότων (ιστορία), λογοτεχνικών κειμένων, ιστοριών, ποιημάτων, μύθων. 
• Στην ανάλυση και κατανόηση της θεατρικής πράξης (θεατρική αγωγή).
• Στην ανάπτυξη των τεχνικών της γλώσσας που συσχετίζονται με την νοητική ικανότητα.
• Στη διαθεματική και διαπολιτισμική εκπαίδευση.
• Στην παρουσίαση, κατανόηση και επίλυση προβλημάτων και πρακτικών εφαρμογών των θετικών επιστημών (μαθηματικά, φυσική, χημεία).
• Στη γνωριμία με την ιστορία και τη δημιουργική, καλλιτεχνική χρήση της μουσικής.
• Στην περιβαλλοντική αγωγή και ευρύτερα στην αγωγή υγείας.

ΣΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ
• Στην ανακάλυψη και ανάπτυξη της προσωπικότητας του ατόμου.
• Στην αναγνώριση του «εγώ» μέσα από το «εμείς» και το «εσείς».
• Στην αναζήτηση και εξερεύνηση της πραγματικότητας.
• Στην ελεύθερη έκφραση των ιδεών.
• Στην πνευματική και συναισθηματική ωριμότητα.
• Στην ανάπτυξη του γνωσιολογικού επιπέδου, της κριτικής σκέψης, της νοητικής ικανότητας, της συγκέντρωσης.

ΣΕ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ
Στην ανάπτυξη της συνεργασίας, της αλληλοκατανόησης, της συμμετοχής, της συμπαράστασης, και της εξεύρεσης λύσεων στα προβλήματα.
Στην ανάπτυξη ενός κλίματος και αισθήματος εμπιστοσύνης.
Στη διεύρυνση και κατανόηση πολιτικών, κοινωνικών καταστάσεων και φαινομένων: ρατσισμός, οικολογική καταστροφή, ειρηνική συνύπαρξη των λαών, βία, ναρκωτικά, κλπ.
Στην ανάπτυξη της πολιτιστικής ταυτότητας.

ΣΕ ΕΠΙΠΕΔΟ ΤΕΧΝΗΣ
Στην καλλιέργεια της φαντασίας.
Στην ανάπτυξη των καλλιτεχνικών δεξιοτήτων.
Στην κατανόηση της μορφής της θεατρικής πράξης και των στοιχείων της.
Στην ανάπτυξη του θεατρικού λόγου, των λεκτικών και κινησιολογικών δεξιοτήτων.
Στην ανάπτυξη της κριτικής σκέψης απέναντι στη θεατρική πράξη.

Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ ενός μαθήματος με τη χρήση του Εκπαιδευτικού Δράματος περιλαμβάνει τα εξής στάδια:
Φάση 1η: Σκέψεις και αποφάσεις του δασκάλου:
1. Θέτει τους εκπαιδευτικούς στόχους.
2. Βρίσκει το ερέθισμα που θα χρησιμοποιήσει (ιστορία, αντικείμενα φωτογραφίες, κ.λ.π.)
3. Ιδεοθύελλα. Αναζητεί θέματα / ερωτήματα μέσα στο ανθρώπινο πλαίσιο σχέσεων και ιδεών.
4. Δημιουργεί το δραματικό πλαίσιο που ικανοποεί τους εκπαιδευτικούς του στόχους.
5. Θέτει την ερώτηση - κλειδί και φροντίζει ώστε να υπάρχουν δραματικές προοπτικές (δραματική ένταση,επίκεντρο).
6. Δημιουργεί προϋποθέσεις για την αποδοχή του «συμβολαίου» (contract): σύμβαση για την ένταξη των παιδιών στον φανταστικό κόσμο (engagement). 

Φάση 2η: Αποφάσεις που αφορούν τα παιδιά (δημιουργία δραματικού πλαισίου).
1. Βάση των στοιχείων του δράματος, παίρνει αποφάσεις για τον τόπο, την ατμόσφαιρα, το χρόνο, τους θεατρικούς περιορισμούς, τη συγκεκριμένη κατάσταση, τα σύμβολα, κλπ. Αυτή η διαδικασία μπορεί να γίνει και με τα παιδιά. Εξαρτάται από τι θα αποφασιστεί ότι είναι διαπραγματεύσιμο ή όχι μαζί τους.
2. Αποφασίζει για τους ρόλους των παιδιών και για το ρόλο του (teacher in role) μέσα στη δραματική πράξη, λαμβάνοντας υπ’ όψιν του τα επίπεδα συμμετοχής και την οπτική γωνία από τη την οποία θα βιώσουν το γεγονός.
3. Αποφασίζει για τη σειρά των δραστηριοτήτων, γλωσσικές και κιναισθητικές, αλλά και τις τεχνικές που μπορούν να χρησιμοποιηθούν (παγωμένες εικόνες, αυτοσχεδιασμοί, κλπ), ελέγχοντας κάθε φορά την αποτελεσματικότητά τους, ως προς τους εκπαιδευτικούς στόχους.
4. Αποφασίζει για τον τρόπο «αναστοχασμού» κατά τη διάρκεια ή και στο τέλος του μαθήματος. Ο πίνακας που ακολουθεί δίνει ένα σχεδιάγραμμα της όλης διαδικασίας. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η προσέγγιση της δράσης αλλά και του αναστοχασμού είναι κάθετη, που σημαίνει ότι προχωράμε από την επιφανειακή βίωση στη βαθύτερη κατανόηση της πράξης και δε μένουμε στην οριζόντια προσέγγισή της, δηλαδή στο επίπεδο του «Τι θα γίνει μετά». Σε αυτή τη διαδικασία μας βοηθά η παρακάτω ανάλυση:

Τα πέντε επίπεδα ερμηνείας της δραματικής πράξης:
1) Δράση : η πράξη που φαίνεται άμεσα, αυτό που κάνω.
2)Άμεσο κίνητρο: γιατί το κάνω.
3)Έμμεσο Κίνητρο: τι επενδύω σε αυτή την πράξη.
4) Κοινωνικό/ Προσωπικό Μοντέλο: ποιο παράδειγμα ακολουθώ, που αλλού είδα αυτού του είδους την πράξη και την αναπαράγω.
5) Θέση / Στάση ζωής: ποια είναι η γενικότερη φιλοσοφία μου για τη ζωή, τα πιστεύω μου.

Τα στάδια συμμετοχής και εμπλοκής των παιδιών μέσα στο δράμα, (frame distancing), καθορίζουν και το είδος των ρόλων που αναλαμβάνουν:
Ο ΣΥΜΜΕΤΕΧΩΝ: Είμαι στη μέση της κατάστασης, ζω την εμπειρία, συμβαίνει σε μένα τώρα.
Ο ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ: Είδα τι έγινε, ήμουν εκεί, αλλά δεν ήμουν μέρος της κατάστασης. Μπορώ να περιγράψω το γεγονός σε κάποιον άλλον και ίσως το καταλαβαίνω, ίσως όχι.
ΟΙ ΑΡΧΕΣ: Εξετάζω το γεγονός με επαγγελματικό τρόπο, πρέπει να δώσω συμβουλές, να διατάξω τις επόμενες πιθανές κινήσεις, να πάρω αποφάσεις για την κοινότητα.
Ο ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ / ΠΑΠΑΣ / ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Πρέπει να ερμηνεύσω τα γεγονότα, να τονίσω τη σημασία τους και την επίδρασή τους στο κοινωνικό σύνολο από φιλοσοφικής πλευράς. Διευρύνω τα νοήματα και τους προσδίδω μια παγκοσμιότητα.
Ο ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ: Είναι καθήκον μου να καταγράψω τις λεπτομέρειες του γεγονότος, ώστε οι άνθρωποι τώρα και στο μέλλον να γνωρίζουν την ιστορία των γεγονότων. 
ΤΑ ΜΕΣΑ ΜΑΖΙΚΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ: Ερευνώ το γεγονός αλλά διαλέγω ποια πλευρά του γεγονότος θα φωτίσω, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις γενικότερες πεποιθήσεις του εργοδότη μου. 
Ο ΕΡΕΥΝΗΤΗΣ: Ερευνώ πρόσφατα ή ιστορικά γεγονότα με σκοπό να βρω καινούργιες πληροφορίες και να ρίξω, πιθανά, νέο φως στην υπόθεση.
Ο ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: Μεταφέρω το γεγονός σε οποιαδήποτε μορφή τέχνης (ζωγραφική, φωτογραφία, μουσική, θέατρο κ.τ.λ.). 
Τελικά, σημαντικό ζητούμενο στο Εκπαιδευτικό Δράμα είναι τα παιδιά να συμμετέχουν σε ρόλους και των παρακάτω τεσσάρων διαστάσεων: Ηθοποιός (βίωμα) – θεατής (κριτική σκέψη) – συγγραφέας (περιεχόμενο) – σκηνοθέτης (μορφή).

ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ.
Ας δούμε, τέλος, ενδεικτικά, έναν σχεδιασμό πάνω σε ένα αυτοσχέδιο παραμύθι. Ο γέρος βιβλιοθηκάριος ενός βασιλείου παραδίδει σ’ έναν νεότερο τη θέση του. Του αναθέτει επίσης τη φύλαξη του Μεγάλου βιβλίου της σοφίας, που συγκεντρώνει όλη τη γνώση και τη σοφία της χώρας. Ο νεότερος βιβλιοθηκάριος προβληματίζεται πολύ, όταν μαθαίνει πως ένα παρόμοιας αξίας βιβλίο, υπάρχει στο διπλανό βασίλειο. Λέγεται μάλιστα πως συμπληρώνει το δικό τους. Τί θα κάνει λοιπόν; Θα πάρει το ρίσκο να εμπιστευθεί τους απέναντι και να ζητήσει να ανταλλάξουν τις γνώσεις τους, τη στιγμή μάλιστα που δε γνωρίζει τις προθέσεις τους; Θα διακινδυνεύσει τη σοφία του βασιλείου του και τα όσα ήδη γνωρίζουν, προκειμένου να μάθουν περισσότερα και να γίνουν σοφότεροι; Το τέλος μπορεί να αναπτυχθεί σε δύο διαφορετικές εκδοχές. Η πρώτη θα απαντά στο παραπάνω ερώτημα αρνητικά και η δεύτερη θετικά. Ο σχεδιασμός που ακολουθεί είναι επικεντρωμένος γύρω απο το δίλημμα του ήρωα και τη διερεύνησή του στη συνάντηση που έχει με το γέρο. Προτείνει ακόμα κάποιες δράσεις για τη συνάντηση των βιβλιοθηκάριων των δύο βασιλείων. Απευθύνεται σε μαθητές των τελευταίων τάξεων του δημοτικού ή/και των πρώτων του γυμνασίου και θα μπορούσε να έχει διάρκεια τριών ή τεσσάρων διδακτικών ωρών. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή και ας καθορίσουμε τους στόχους μας.
Εκπαιδευτικοί στόχοι:
Α)Ανάπτυξη της κατανόησης, γνωστικά και συναισθηματικά, της έννοιας της διακινδύνευσης των κεκτημένων για την απόκτηση νέων κερδών.
Β)Εξερεύνηση των συνεπειών μιας συμπεριφοράς που διέπεται από το φόβο της αποτυχίας.
Γ)Διερεύνηση των εσωτερικών συγκρούσεων πριν από τη λήψη μιας απόφασης.
Δ)Ενθάρρυνση του στοχασμού πάνω στην αξία της ανθρώπινης περιέργειας στην πρόοδο του πολιτισμού.
Δραματικοί στόχοι:
Ε)Έκφραση προσωπικών απόψεων, προφορικά και γραπτά.
Στ)Ανάπτυξη εμπιστοσύνης σε εκφραστικές, αναπαραστατικές δράσεις.
Ζ)Μάθηση δόμησης αυτοσχέδιων διαλόγων.
Η)Διερεύνηση συναισθημάτων με σωματική έκφραση.
Θ)Ερμηνεία σε συμβολικό επίπεδο της ανθρώπινης χειρονομίας.
Έχουμε επομένως να ικανοποιήσουμε στόχους που αφορούν έννοιες (Α – Δ), αλλά και δεξιότητες, προσωπικές (Ε,Η Στ), κοινωνικές (Ζ),και αισθητικού περιεχομένου (Θ). Αυτό δε σημαίνει βέβαια πως οι παραπάνω στόχοι δεν αλληλοεπικαλύπτονται.
Δραματικό πλαίσιο:
Χρόνος: κάποτε στο μακρινό παρελθόν
Τόπος: στη βιβλιοθήκη του πύργου ενός βασιλείου.
Ρόλος για τους μαθητές: βιβλιοθηκάριοι – φύλακες του βιβλίου της σοφίας.
Ρόλος για το δάσκαλο: γέρος – πρώην φύλακας του βιβλίου.
Κεντρικό ερώτημα: Πώς μπορεί ο άνθρωπος να ισορροπήσει ανάμεσα στην αναζήτηση του κινδύνου και την αίσθησης της ασφάλειας;
Σημείο εκκίνησης: αφήγηση της αρχής του παραμυθιού (μέχρι την παράδοση του βιβλίου από το γέρο) από το δάσκαλο. ► πρόκληση ενδιαφέροντος για το τι θα γίνει μετά.
Εισαγωγή στο χώρο: α)σχεδιασμός ομαδικός με το δάσκαλο σε ρόλο βοηθού: ζητάμε από την ομάδα να μας βοηθήσει με τις προτάσεις της να σχεδιάσουμε σε ένα μεγάλο χαρτόνι το χώρο της βιβλιοθήκης του πύργου και την ειδική κρύπτη που βρίσκεται το Μεγάλο βιβλίο της σοφίας (map making). 
Ενδεικτικές ερωτήσεις:
-Τί σχήμα έχει ο χώρος της βιβλιοθήκης;
-Πού βρίσκεται η είσοδος; Υπάρχει μόνο μία; Είναι διαφορετική από την έξοδο;
-Που βρίσκονται τα παράθυρα, τα βιβλία, το αναγνωστήριο;
-Πού είναι το βιβλίο της σοφίας; Πώς προστατεύεται;
-Υπάρχουν ειδικοί κανόνες στο χώρο της βιβλιοθήκης; Τί απαγορεύεται;
β) Αλλαγή της ατμόσφαιρας στην αίθουσα : ζητάμε από τα παιδιά να κολλήσουν μικρά χαρτιά σε διάφορα σημεία της αίθουσας, που θα υποδηλώνουν τη θέση διαφόρων αντικειμένων (βιβλιοθήκες, αναγνωστήριο, κλπ). ► δημιουργία μιας πρώτης δέσμευση των παιδιών στην ιστορία, εισαγωγή στο χώρο του φανταστικού.
Σχεδιασμός αντικειμένου – συζήτηση για την αξία του: Ζητάμε από την ομάδα να ζωγραφίσει σ’ένα μεγάλο χαρτόνι το εξώφυλλο του Μεγάλου βιβλίου της σοφίας. Κατόπιν σε ζευγάρια τα παιδιά συζητούν μεταξύ τους, στον σκιώδη -ακόμη γι’αυτά -ρόλο του βιβλιοθηκάριου, αυτά που υποτίθεται πως άκουσαν ή είδαν για το είδος των γνώσεων που περιέχει το βιβλίο και για ιστορίες ανθρώπων που βοηθήθηκαν από τη σοφία του. Κατόπιν καλούμε τα παιδιά, εκτός ρόλου, να μοιραστούν με την ομάδα τις ιστορίες που άκουσαν από το ζευγάρι τους και τους έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση. ► χτίσιμο του ρόλου του βιβλιοθηκάριου, ανάδειξη της σημασίας του κεντρικού αντικειμένου του παραμυθιού. Δάσκαλος σε ρόλο: Ο δάσκαλος υποδύεται το γέρο. Ο ρόλος σηματοδοτείται με απλό τρόπο, π.χ. ένα ύφασμα που γίνεται κάπα, ενώ ενδυναμώνει και το ρόλο των παιδιών-βιβλιοθηκάριων που συνδιαλέγονται μαζί του, εντός ρόλου, στο τέλος του μικρού μονολόγου του, στη σκηνή παράδοσης του βιβλίου από τον παλιό φύλακα στον καινούριο, θέτοντας διευκρινιστικά ερωτήματα. ► δημιουργία
σχέσης γέρου και νέου βιβλιοθηκάριου, δημιουργία περιέργειας, υποβολή της ιδέας για το συμπληρωματικό βιβλίο, εμβάθυνση στην πλοκή. Διάδρομος της συνείδησης: όλη η ομάδα σχηματίζει δύο ευθείες παράλληλες γραμμές που στέκονται η μία απέναντι στην άλλη, σχηματίζοντας το διάδρομο και καθώς ένας ένας αποσπάται από την ευθεία και τον διασχίζει αργά, οι υπόλοιποι γίνονται η φωνή της συνείδησής του. Στο παραμύθι μας θα μπορούσαν να ακουστούν οι παρακάτω σκέψεις:
-Κι αν χάσω και το δικό μας βιβλίο; - Γιατί δεν μου αρκεί η σοφία τόσων χρόνων που ήδη έχουμε κατακτήσει; - Κατά βάθος ξέρω πως μόνο παίρνοντας ρίσκαμπορεί κανείς να προχωρήσει στη ζωή.... ► επιβράδυνση, αναστοχασμός, αποδόμηση της πολυπλοκότητας της επιλογής, χτίσιμο έντασης, δημιουργία διλήμματος.
Αυτοσχεδιασμός (role play): χωρίζουμε την ομάδα σε ζευγάρια που μοιράζονται τους ρόλους του γέρου και τον νέου βιβλιοθηκάριου, Α και Β, αντίστοιχα. Οι οδηγίες που δίνονται στα παιδιά, χωριστά στους Α και στους Β, βασίζονται στην εξής ανάλυση του αυτοσχεδιασμού:
Δράση – Άμεσο κίνητρο – Έμμεσο κίνητρο – Περιορισμός – Στάση.
Για τους Α: συμβουλεύεστε το γέρο εξαιτίας της μεγάλης εμπειρίας του (δράση) – γιατί επιθυμείτε να σας δώσει την ευχή του για το ταξίδι σας στο ξένο βασίλειο (άμεσο κίνητρο) – αλλά και γιατί κατά βάθος φοβάστε να αναλάβετε την ευθύνη μιας τόσο επικίνδυνης απόφασης μόνος σας (έμμεσο κίνητρο) – από την άλλη δε θέλετε να προσβάλλετε το γέρο ή να τον θυμώσετε, αφού μπορεί να μιλήσει στο βασιλιά εναντίον σας και να σας ...απολύσουν (περιορισμός) – έτσι φέρεστε ευγενικά (στάση).
Για τους Β: συμβουλεύετε το νέο που ζητάει τη γνώμη σας (δράση) – δεν θέλετε να ριψοκινδυνεύσει με το βιβλίο (άμεσο κίνητρο) – αλλά κατά βάθος σας ενδιαφέρει να μην κατηγορηθείτε για το ότι δεν προσπαθήσατε όλα αυτά τα χρόνια να κάνετε μία προσπάθεια για τον εμπλουτισμό του βιβλίου (έμμεσο κίνητρο) – από την άλλη όμως δεν θέλετε να πάρετε καμμία ευθύνη για την απόφαση του νέου, εσείς απλώς μία γνώμη δίνετε, κατά τα άλλα, νίπτετε τας χείρας σας (περιορισμός) – φέρεστε λοιπόν ιδιαίτερα διακριτικά (στάση). ► δράση εντός περιεχομένου, προσθήκη νέας οπτικής γωνίας, εμβάθυνση στο δίλημμα και στο δίκαιο του κάθε ρόλου, δημιουργία επιχειρημάτων και έντασης.
Μετά τους αυτοσχεδιασμούς που διεξάγονται ταυτόχρονα σε διάφορα σημεία του χώρου, καλούμε ένα ζευγάρι εθελοντών να παρουσιάσει τη δουλειά του μπροστά στην ομάδα. Η συζήτηση που ακολουθεί είναι μια ευκαιρία αναστοχασμού, που κάθε σχεδιασμός Εκπαιδευτικού Δράματος οφείλει να παρέχει. Οι παρατηρήσεις της ομάδας μπορεί να αφορούν τόσο στην εκφραστικότητα των ρόλων όσο και στο περιεχόμενο του διαλόγου. 
Γραπτή έκφραση-γράμμα: ζητάμε από τα παιδιά σε ρόλο βιβλιοθηκάριου να γράψουν στη/στο σύζυγο ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα, εξηγώντας τους λόγους που πήραν την απόφαση να ταξιδέψουν στο απέναντι βασίλειο και να γνωρίσουν τη σοφία του. ► εμπέδωση επιχειρημάτων, συνειδητοποίηση της αποστολής, αναστοχασμός.
Σωματική έκφραση: καλούμε τα παιδιά, με τη συνοδεία μουσικής, να εξερευνήσουν τα συναισθήματα του φόβου και της τόλμης, με τις κινήσεις του χεριού τους στο χώρο. ► εξερεύνηση της δυναμικής των συναισθημάτων, εμβάθυνση στην εσωτερική ζωή του ήρωα, σωματική ερμηνεία των γεγονότων, αναστοχασμός. 
Συμβολική αναπαράσταση – παγωμένη εικόνα (still image): ζητάμε από τα παιδιά να «σκηνοθετήσουν» τη σκηνή της συνάντησης των δύο βιβλιοθηκάριων, τους ζητάμε να τοποθετήσουν τους δύο βιβλιοθηκάριους σε ένα φωτογραφικό στιγμιότυπο, χωρίς λόγο ή ήχο, και τους καθοδηγούμε να αναρωτηθούν ενδεικτικά για τα παρακάτω:
-Πού βρίσκονται; Στο δάσος; Στο βουνό; Είναι μέρα ή νύχτα; Πόσο κοντά στέκονται; Κοιτάζονται στα μάτια ή όχι; Ποιά η έκφραση του προσώπου τους; Η στάση του σώματός τους; Πού έχουν τα χέρια τους; Κρατάνε κάτι; Κατόπιν παρατηρούμε και σχολιάζουμε τα διάφορα στιγμιότυπα γύρω από τον άξονα: ‘Τί σημαίνει αυτό;’ π.χ. ‘Τί σημαίνουν τα σταυρωμένα χέρια;’- ‘Άμυνα;’ Επίσης, επεκτείνουμε την τεχνική με περαιτέρω δράσεις όπως: -Τι συμβολίζει η απόσταση μεταξύ τους; Δώστε ένα όνομα. π.χ. δυσπιστία, δύναμη -Τι τίτλο/λεζάντα θα δίνατε στη «φωτογραφία»; -Η «φωτογραφία» ζωντανεύει για λίγα δευτερόλεπτα. Μόνο με μία κίνηση. Έπειτα και με μόνο μία φράση από τον καθένα. Τί σημαίνουν οι κινήσεις; Τα λόγια; -Αν δίπλα τους στεκόταν αόρατος ένας «άγγελος» ή ένας «διάβολος», τι θα τους έλεγε στο αυτί; -Αν στην εικόνα αυτή της συνάντησης ήταν παρόντες και ο βασιλιάς και ο γέρος-φύλακας του βιβλίου κάθε χώρας, πού και πώς θα τους τοποθετούσατε; -Πού θα βρίσκονται οι ήρωες πέντε χρόνια μετά; Φτιάξτε σε ζευγάρια νέες εικόνες. ► εμβάθυνση στο νόημα, έμφαση στην κρίσιμη στιγμή, δημιουργία ατμόσφαιρας, ερμηνεία της σχέσης των πρωταγωνιστών, επιβράδυνση, αναστοχασμός.
Θέατρο της αγοράς (forum theatre): ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα τροπή μπορεί να δώσει και αυτή η πολύ χρήσιμη τεχνική, σύμφωνα με την οποία το κοινό, η ομάδα που παρακολουθεί τη δράση της παραπάνω εικόνας, μπορεί να δώσει οδηγίες για τη συνέχιση της σκηνής με λόγο και κίνηση αλλά ακόμη και να σταματήσει τη δράση, να πάρει τη θέση ενός από τους ηθοποιούς και να δώσει μία άλλη εξέλιξη στην πλοκή. Οπότε η σκηνή είτε συνεχίζεται κανονικά είτε ξεκινά πάλι από το σημείο στο οποίο διακόπηκε. ► εξερεύνηση πιθανοτήτων, ερμηνεία γεγονότων, εμπέδωση νοήματος. Το παραμύθι, που φτιάξαμε εμείς, τελειώνει με την αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των βιβλιοθηκάριων των δύο βασιλείων, που νίκησαν την αρχική καχυποψία μεταξύ τους, αντάλλαξαν τα σοφά βιβλία και έγιναν σοφότεροι. Έγραψαν μάλιστα και ένα τρίτο βιβλίο που συνδύαζε τα δύο αρχικά, προς όφελος και των δύο χωρών. Είναι όμως σίγουρο ότι τα παιδιά θα δώσουν και πολλές άλλες εκδοχές για το τέλος του παραμυθιού. Το παραμύθι θα μπορούσε βέβαια να εμπλουτιστεί και με άλλα επεισόδια που θα του προσέδιδαν νέες διαστάσεις. Έτσι καινούριοι σχεδιασμοί θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν μία συνάντηση με το βασιλιά και το ερώτημα της στάσης απέναντι στην εξουσία, μία σύγκρουση ίσως με τους κατοίκους της χώρας, κλπ. Η έμφαση στο νόημα πέφτει κάθε φορά εκεί που θέλει ο δάσκαλος αλλά και εκεί που βλέπει ότι τον οδηγούν τα ενδιαφέροντα των παιδιών και οι ανάγκες τους. Ελπίζουμε με αυτή τη σύντομη παρουσίαση να αποδείξαμε τη χρησιμότητα του Εκπαιδευτικού Δράματος που δεν αποτελεί μόνο ένα μεθοδολογικό εργαλείο αλλά εμπεδώνει μία νέα φιλοσοφία στην εκπαίδευση, σύμφωνα με την οποία ο μαθητής συμμετέχει ενεργητικά στη μάθηση, με το σύνολο της προσωπικότητάς του, τη σκέψη και το συναίσθημα, τη λογική και τη φαντασία, το πνεύμα και το σώμα. Δυστυχώς, στην Ελλάδα το Εκπαιδευτικό Δράμα δεν είναι ακόμη ευρέως γνωστό. Υπάρχει μόνο ένα μάθημα επιλογής στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης στο τμήμα Θεατρικών Σπουδών και τίποτε άλλο σε προπτυχιακό ή μεταπτυχιακό επίπεδο. Στην ελληνική βιβλιογραφία υπάρχουν μόνο δύο βιβλία για το συγκεκριμένο αντικείμενο. Στην Αθήνα υπάρχει από το 2000 ο Πανελλήνιος Σύλλογος Εκπαιδευτικού Δράματος, ένα εθελοντικό σωματείο που ιδρύθηκε από εκπαιδευτικούς με μεταπτυχιακή ειδίκευση στο εξωτερικό, συγκεκριμένα στη Μεγάλη Βρετανία, και σκοπό έχει – τι άλλο- τη διάδοση της μεθόδου. Ο σύλλογος διοργανώνει μεγάλης διάρκειας βιωματικά σεμινάρια με διακεκριμένους καθηγητές πανεπιστημίων του εξωτερικού πάνω στις βασικές αρχές του Εκπαιδευτικού Δράματος, ενώ διαθέτει και σημαντικό αρχείο ξενόγλωσσης βιβλιογραφίας για τους φίλους και τα μέλη του. Σημαντική είναι επίσης και η πρωτοβουλία του Θεάτρου Πόρτα και του Παιδικού Μουσείου στη διάδοση του Δράματος στην Εκπαίδευση, στις οποίες πρωτοστατούν ιδρυτικά μέλη του συλλόγου. Κλείνοντας, θα θέλαμε να δηλώσουμε την πίστη μας ότι σταδιακά το Εκπαιδευτικό Δράμα θα αγκαλιαστεί από τους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές και στη χώρα μας. Όσοι εργαζόμαστε με βάση τη φιλοσοφία του, βιώνουμε ήδη τη μεγάλη δύναμη αλλαγής που φέρνει στα εκπαιδευτικά πράγματα, κυρίως μέσα από την εξερεύνηση του νοήματος του κόσμου μας και μέσα από κάθε είδους ιστορίες, κομμάτια της μεγάλης ιστορίας της ανθρωπότητας.

Bιβλιογραφία.
1. Νeelands, Jonothan. Structuring Drama Work. Cambridge: University Press, 1990.
2. Heathcote, Dorothy. Ed. Johnson, Liz and O’Neil, Cecily. Collected writings on education and drama. London: Hutchinson, 1984.
3. Bolton, Gavin. New Perspectives on Classroom Drama. Great Britain: Simon and Schuster Education, 1992.
4. O’Neil, Cecily. Drama Worlds: a framework for process drama. Portsmouth: Heinemann, 1995.
5. O’Toole, John. The Process of Drama: negotiating art and meaning. London: Routledge, 1992.
6. Lambert, Alan and O’Neil, Cecily. Drama Structures: a practical handbook for teachers. London: Hutchinson, 1982.

Πηγή Ανάκτησης:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ...

26 Μαρ 2011

Η Τεχνική του Εκπαιδευτικού Δράματος στην Εκπαίδευση Ενηλίκων

Της Μαρίας Καγιαβή
(Μαρία Καγιαβή, εκπαιδευτικός, εμψυχώτρια ομάδων μάθησης, κάτοχος Μ.Δ.Ε. Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου)
ΑΠΟ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΔΡΑΜΑ

Μια από της τεχνικές που έχει χρησιμοποιηθεί από αρχαιοτάτων χρόνων για διδακτικούς σκοπούς, είναι η μιμική και η μεταμόρφωση, σαν έμφυτες ικανότητες του ανθρώπου να εκφράσει τα ερεθίσματα και τις εντυπώσεις που του προκαλεί ο γύρω κόσμος (Κακούρη1998,σελ.3). Αυτές τις ικανότητες παρατηρούμε μέχρι σήμερα, στα πρώτα μετά-βρεφικά χρόνια των παιδιών, τα οποία, μέσα από το παιχνίδι της αναπαράστασης επιδιώκουν να γνωρίσουν τον κόσμο τους. Και στα ζώα όμως, παρατηρούμε ότι με την μίμηση, προσπαθούν να «μάθουν» στους απογόνους τους όλα αυτά που είναι απαραίτητα για την επιβίωση τους (Κακούρη 1998, σελ.19). Καθώς η ανθρωπότητα εξελίσσονταν, οι ικανότητες αυτές γέννησαν το θέατρο, σε μια προσπάθεια τόσο οι παρακολουθούντες όσο και οι συμμετέχοντες, να διδαχθούν από τα βάσανα των ηρώων-βασιλέων (αρχαία τραγωδία), τα θεία πάθη (θρησκευτικό δράμα) ή ακόμα και από τα παθήματα των αστείων καθημερινών πρωταγωνιστών (λαϊκά δρώμενα, πανηγυρικές τελετές κλπ) (Κακούρη 1998- Πούχνερ 1994 &2003). Μέχρι σήμερα το θέατρο χρησιμοποιείται για εκπαιδευτικούς σκοπούς, κυρίως μέσα από το ανέβασμα σχολικών παραστάσεων και έχοντας πολλαπλούς στόχους, ανάμεσα στους οποίους και η εξοικείωση των μαθητών με την δραματική τέχνη. Στοιχεία της θεατρικής τέχνης, χρησιμοποιούν επίσης και οι εκπαιδευτές ενηλίκων, όταν εφαρμόζουν τις διδακτικές τεχνικές του «παιχνιδιού ...



ρόλων» και της «προσομοίωσης» 
Τη δεκαετία του 1910-20 η Harriet Finlay Jhonson, στην Αγγλία, είναι «η πρώτη παιδαγωγός που χρησιμοποιεί δραματικές μεθόδους διδασκαλίας στο πλαίσιο της σχολικής τάξης» (Μέγα 1990, σελ13) Από τα μέσα του 20ου αιώνα, το «Εκπαιδευτικό Δράμα» (Ε.Δ), μια τεχνική που «σχετίζεται με όλες τις μορφές του δράματος και στοχεύει σε κάποιο εκπαιδευτικό αποτέλεσμα»(Μέγα 1990,σελ.22), μπαίνει στο επίσημο σχολείο και αρχίζει να χρησιμοποιείται για διδακτικούς σκοπούς, κυρίως στην Αγγλία και την Ουαλία (Αυδή & Χατζηγεωργίου 2007, σελ.1). Από τότε, το Ε.Δ. χρησιμοποιείται αρκετά στο εξωτερικό σε σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, σε μη κυβερνητικές οργανώσεις που δουλεύουν με παιδιά και ενήλικες, καθώς και σε φορείς που ασχολούνται με θέματα αλλαγής στάσεων και διαχείρισης συναισθημάτων. Για να μπορέσει όμως το Ε.Δ, να εξελιχθεί και να διαμορφωθεί σε αυτό πού είναι και εφαρμόζεται σήμερα, χρειάστηκε να διανύσει έναν μακρύ δρόμο συζητήσεων και αντιπαραθέσεων, ανάμεσα στους επιστήμονες που το εκπροσωπούν. 
Οι απαρχές του «Δράματος» που ετυμολογικά προέρχεται από το αρχαίο ρήμα «Δράω-Δρώ» που σημαίνει πράττω (Μέγα 1990,σελ.23) φαίνεται να τοποθετούνται στην Αρχαία Ελλάδα. Στην Μ.Βρετανία όμως, κατόρθωσε να ξεφύγει από την σκηνή του θεάτρου και να μπει στα σχολεία, με στόχο να προβληματίσει σε θέματα ζωής, να ενθαρρύνει την μελέτη θεατρικών κειμένων, κυρίως όμως να γεφυρώσει τις υπάρχουσες ανάγκες των μαθητών με την προσφερόμενη διδασκαλία. Η διάκριση μάλιστα του «Δράματος» από το «Θέατρο», αποτέλεσε τον άξονα πάνω στον οποίο κινήθηκε η ιστορία και η εξέλιξη του Εκπαιδευτικού Δράματος, δημιουργώντας κατά καιρούς έντονες διαμάχες. Διαμάχες όμως που αποδείχθηκαν γόνιμες, καθώς τροφοδότησαν την θεωρία και την πράξη του, οδηγώντας το σε νέες μορφές εφαρμογής και δημιουργίας.
Οι ρίζες του Ε.Δ μπορούν να αναζητηθούν στο «Θέατρο του Καταπιεσμένου» του Βραζιλιάνου Augusto Boal, ο οποίος το 1955 αρχίζει να σκηνοθετεί και να διευθύνει το θέατρο «Arena» στο Sao Paulo. Επηρεασμένος φιλοσοφικά και πολιτικά από το βιβλίο του συμπατριώτη του Paulo Freire «Η Παιδαγωγική του Καταπιεσμένου», επιχειρεί να μετατρέψει το πεδίο εφαρμογής της φιλοσοφικής θεωρίας του Freire, δημιουργώντας το «Θέατρο της Αγοράς»(Χολέβα 2002,σελ.8). Έτσι η «παιδαγωγική» γίνεται «θέατρο», ο «ενεργός μαθητής» γίνεται «ενεργός θεατής» ενώ σπάει ο αόρατος τοίχος μεταξύ «σκηνής» και «πλατείας», όπως και ανάμεσα στην «έδρα» και το «θρανίο». Κατά τα χρόνια της εξορίας του, ο A.Boal, βρίσκεται σε άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής, ψάχνοντας νέους τρόπους έκφρασης και προσέγγισης ενός συχνά εξαθλιωμένου και τρομαγμένου κοινού. Με τον τρόπο εργασίας του ο Boal, προσπαθεί να εξερευνήσει το δυναμικό της δραματικής πράξης, με στόχο να απελευθερώσει το άτομο από την καταπίεση που νοιώθει από τους φόβους του, τις δυσκολίες επικοινωνίας με τους γύρω του, καθώς και τις συνθήκες του περιβάλλοντος του (Άλκηστις 2000, σελ.29). Περνώντας ο Boal στην Πορτογαλία και αργότερα στην Γαλλία, όπου εγκαθίσταται για δέκα χρόνια, ιδρύει το «Κέντρο Θεάτρου των Καταπιεσμένων»(S.MacDonald&D.Rachel 2000,σελ.1), επηρεάζοντας τελικά ολόκληρη την Ευρώπη. 
Παράλληλα στην Αγγλία, από τα μέσα του 20ου αιώνα, αναπτύσσεται το εκπαιδευτικό κίνημα της «Νέας ή Προοδευτικής Αγωγής», το οποίο ασκεί έντονη κριτική στο σχολείο και θέτει ζητήματα "επιφανειακότητας" της γνώσης και αυταρχισμού της διδασκαλίας (Αυδή.&Χατζηγεωργίου 2007,σελ.1). Μέσα σε αυτό το κοινωνικό πλαίσιο, ιδρύεται το 1943 η «Εταιρεία της Δραματικής Τέχνης»(Drama Association) και ο Peter Slade, Άγγλος θεατράνθρωπος και παιδαγωγός, αναλαμβάνει σύμβουλος. Το 1944 σε επίσημη πράξη για την Παιδεία, αναφέρεται το Ε.Δ, ως «το κλειδί στην κοινωνική, ηθική ανάπτυξη και καλλιέργεια της φαντασίας του παιδιού της νέας εποχής» (Άλκηστις 2000, σελ.61). Το 1948 μάλιστα, γίνεται στο Λονδίνο το συνέδριο Drama in Education, όπου αναγνωρίζεται η «σημαντικότητα της Δραματικής Τέχνης στην εκπαίδευση»(Άλκηστις 2000,σελ.63). 
Το 1967ο B.Way με το βιβλίο του «Development through Drama» συνεχίζει τον δρόμο του Slade και επιχειρεί για πρώτη φορά έναν επίσημο διαχωρισμό του δράματος από το θέατρο(Μέγα 1990,σελ.15), αποκόπτοντας το ένα από το άλλο και θεωρώντας τα αντίθετα. Διατυπώνει δε παράλληλα την άποψη, ότι σημασία δεν έχει η επικοινωνία με το κοινό-την οποία προωθεί το θέατρο-αλλά η εμπειρία αυτών που συμμετέχουν στην διαδικασία, όπως γίνεται με το δράμα (D.Davis, 2001,σελ.31).
Το 1970, η Dorothy Heathcote (λέκτορας του δράματος στο πανεπιστήμιο του New Castle),στηριζόμενη στο μοντέλο ανάπτυξης του Vygotsky(Αυδή &Χατζηγεωργίου 2007, σελ.2), προτείνει για πρώτη φορά το Δράμα σαν τρόπο μάθησης, τονίζοντας τον χαρακτήρα «παιχνιδιού» που έχει, καθώς και το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτό μαθαίνεται. Μαζί με τον Gavin Bolton προτείνουν ένα «διαλεκτικό» είδος δράματος, το οποίο αφενός μεν επιτρέπει την «υποταγή» στην εμπειρία και αφετέρου επιβάλει την απόσταση από την εμπειρία, οδηγώντας στον στοχασμό. Ο δάσκαλος για πρώτη φορά μπαίνει σε «ρόλο», όχι για να δείξει πόσο καλός ηθοποιός είναι, αλλά προκειμένου να θέσει ένα πρότυπο. Έτσι, γίνεται καθοδηγητής της διαδικασίας ή όπως χαρακτηριστικά λέει η Heathcote ο «σύντροφος καλλιτέχνης» (Heathcote&Bolton 1984, σελ 58).
Την δεκαετία του 1980, επιχειρείται μια συστηματική προσπάθεια διαχωρισμού του δράματος από το θέατρο(Μέγα 1990,σελ.15), ενώ το 1991 ο D. Hornbook ασκεί έντονη κριτική στο Ε.Δ, κατηγορώντας το ότι προωθεί τον ατομισμό και οδηγεί στην απομόνωση από τις άλλες τέχνες. Την δεκαετία όμως του 1990, τόσο η C.O΄Neill όσο και ο M. Fleming,υπερασπίζονται το Εκπαιδευτικό Δράμα, ανανεώνοντας ταυτόχρονα την θεωρία και πρακτική του και ενισχύοντας τον θεατρικό του προσανατολισμό(Αυδή&Χατζηγεωργίου 2007,σελ.3). Σήμερα, η άποψη που φαίνεται να επικρατεί είναι αυτή του θεατρικού συγγραφέα και σκηνοθέτη Geoff Gillham, ότι:«το δράμα και το θέατρο σε παιδαγωγικό πλαίσιο δεν είναι συνώνυμα αλλά ούτε και διαχωρισμένα. Η διαφορά τους βρίσκεται στον προσανατολισμό τους. Το πρώτο (δράμα) προσανατολίζεται προς την μάθηση και το δεύτερο (θέατρο) προς την παράσταση» (Geoff Gillham, περιοδικό Scypt Journal, σελ.47-49, στο Αμοιρόπουλος 2001, σελ.49).
Μέσα από αυτές τις έντονες θεωρητικές αντιπαραθέσεις και τεχνικές αναζητήσεις, προέκυψε το «Εκπαιδευτικό Δράμα» (μετάφραση του όρου «Drama in Education») που σήμερα χρησιμοποιείται και που ορίζεται σαν: «μια δομημένη παιδαγωγική διαδικασία, η οποία υιοθετεί την θεατρική φόρμα-δηλαδή τις τεχνικές και τα εργαλεία της δραματικής τέχνης-με σκοπό την προσωπική και κοινωνική ανάπτυξη των συμμετεχόντων, καθώς και την αποτελεσματικότερη αφομοίωση της γνώσης μέσα στο κοινωνικό της πλαίσιο»(Καλλιαντά.& Καραβόλτσου 2006,σελ.1). Κατά την εφαρμογή του μάλιστα, έμφαση δίνεται στην διαδικασία και όχι στο τελικό αποτέλεσμα-δηλαδή την «παράσταση»-που θα παρουσιαστεί σε τρίτους. Ο όρος εξάλλου «Δράμα», αναφέρεται στην δράση που συμβαίνει στο εδώ και τώρα και όχι στον χρόνο προετοιμασίας κάποιου δρώμενου. Χωρίς βέβαια η θεατρική παράσταση να αποκλείεται, δεν αποτελεί ωστόσο προϋπόθεση ή βασικό του στόχο, λειτουργώντας με έναν μάλλον «συμπληρωματικό» τρόπο προς το Εκπαιδευτικό Δράμα (Woolland 1999,σελ.26). 
Στην Ελλάδα η δραματική διαδικασία στην εκπαίδευση, «δεν είχε καμία σχέση με τον τρόπο που αναπτύχθηκε στον αγγλοσαξονικό χώρο»(Μέγα 1990, σελ.21). Τα τελευταία όμως χρόνια, το «δράμα» ή η «δραματοποίηση», άρχισαν να χρησιμοποιούνται σαν παιδαγωγικά εργαλεία, ενώ αναφέρονται εκτεταμένα στην βιβλιογραφία, από παιδαγωγούς, ερευνητές και πανεπιστημιακούς, όπως η Άλκηστις, ο Κουρετζής, ο Μουδατσάκις κλπ.
Το Ε.Δ, αποτελεί στην ουσία μια κοινωνική μορφή τέχνης. Σαν κύρια χαρακτηριστικά του θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ότι:
 στηρίζεται στην βιωματική εμπειρία, προχωρώντας όμως βαθύτερα,
 στην συνειδητοποίηση αυτής της εμπειρίας, 
 θέτοντας προβληματισμούς και
 δημιουργώντας την ανάγκη «λύσεων», ενώ
 δραστηριοποιεί τους εκπαιδευομένους,
 οδηγώντας τους στην βιωματική γνώση 
 επιτυγχάνοντας τελικά την μάθηση(Άλκηστις 1998.σελ.28)
Παράλληλα, 
 ευνοεί την συνεργασία και την αλληλεπίδραση, καθώς οι συμμετέχοντες:
 εργάζονται ομαδικά και αποκτούν 
 συλλογική ευθύνη απέναντι στην πορεία της μάθησης τους (Καλλιαντά &Καραβόλτσου 2006,σελ.3). Με τον τρόπο αυτό, 
 ενισχύεται η αυτό-έκφραση, 
 μεταλλάσσεται η σχέση με τον εαυτό και τους άλλους(Άλκηστις 1998.σελ.28)
 οι άνθρωποι ευαισθητοποιούνται απέναντι στους συνανθρώπους τους και προάγεται η αυτογνωσία (Woolland 1999,σελ.32).
Αλλά και ο ίδιος ο χώρος της τάξης αλλάζει και όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μουδατσάκις «αποψιλούται, αποκτά μηδενική σημασία» (Μουδατσάκις 1994,σελ.29). Η τάξη γίνεται «σκηνή που ερμηνεύονται καταστάσεις και βιώνονται εκπαιδευτικές στιγμές» (I.Shor, «ο εκπαιδευτής ως “καλλιτέχνης”» στο περιοδικό «Εκπαίδευση Ενηλίκων»,τ2,2004,σελ.25). Έτσι όμως. αλλάζουν και οι κώδικες συμπεριφοράς, καταργούνται τα στεγανά στην επικοινωνία, οξύνεται η δημιουργικότητα, ευνοείται η ένταξη στην ομάδα και «το κλίμα από ανταγωνιστικό μεταμορφώνεται σε συναγωνιστικό»(Μουδατσάκις 1994,σελ.67). Παράλληλα, διαφοροποιείται και η θέση του δασκάλου-εκπαιδευτή, καθώς είναι αυτός που συντονίζει, ρυθμίζει, προτρέπει αλλά δεν επεμβαίνει(Άλκηστις 1998,σελ.39). Αντίθετα, γίνεται οδηγός-εμψυχωτής, βοηθώντας τους συμμετέχοντες να φτάσουν «στο κέντρο της εκπαιδευτικής πράξης»(Μουδατσάκις 1994,σελ.31), εμπλέκοντας τους τελικά και συναισθηματικά στην διαδικασία της μάθησης.

ΜΑΘΗΣΙΑΚΟΙ ΤΡΟΠΟΙ ΕΝΗΛΙΚΩΝ 

Η επιστημονική συζήτηση και ο προβληματισμός σχετικά με τον τρόπο τον οποίο μαθαίνουν οι άνθρωποι, οδήγησε στην διατύπωση διαφόρων θεωριών μάθησης. Αυτές, θα μπορούσαν να καταταχθούν σε τέσσερις μεγάλες κατηγορίες, ανάλογα με το σημείο στο οποίο επικεντρώνονται, ως εξής: 
α) Συμπεριφοριστικές, όπου το κέντρο της μάθησης είναι ο εκπαιδευτής ο οποίος κατευθύνει την διαδικασία, επιλέγοντας τα ερεθίσματα που θα προκαλέσουν αντίδραση στον εκπαιδευόμενο. Στις θεωρίες αυτές ο εκπαιδευτής έχει ενεργό ρόλο, ενώ ο εκπαιδευόμενος είναι μάλλον παθητικός (Rogers 1999,σελ.139). Βασικοί εκπρόσωποι αυτής της παλαιότερης και πιο παραδοσιακής θεωρητικής προσέγγισης είναι οι Watson, Skinner, Thorndike και Tolman. 
β) Γνωστικές, όπου το κέντρο της μάθησης είναι το προς κατανόηση θέμα. Το γνωστικό «υλικό» που ο εκπαιδευτής επιβάλλει και ο εκπαιδευόμενος προσπαθεί να κάνει «κτήμα» του, κυριαρχεί στην διαδικασία, παραχωρώντας όμως στον εκπαιδευόμενο ένα περισσότερο ενεργητικό ρόλο (Rogers 1999,σελ.140). Κύριοι εκφραστές της γνωστικής θεώρησης θεωρούνται οι: Piaget, Bruner και Gangne. 
γ) Ανθρωπιστικές, με κέντρο της μάθησης τον εκπαιδευόμενο, του οποίου οι επιθυμίες, ενορμήσεις, τάσεις για αυτονομία και ανάπτυξη ενισχύουν την ενεργοποίηση, που θα τον ωθήσει τελικά εξελικτικά προς την γνώση (Rogers 1999,σελ.142). Ο εκπαιδευτής από την πλευρά του, δεν είναι μεταβιβαστής γνώσης, αλλά συντονιστής και υποκινητής της μαθησιακής διεργασίας. Εκπρόσωποι της ανθρωπιστικής θεώρησης θεωρούνται οι: Maslow και Carl Rogers. 
δ) Κοινωνικής μάθησης, με επίκεντρο την αλλαγή συμπεριφοράς που συμβαίνει, καθώς ο εκπαιδευόμενος αλληλεπιδρά με το περιβάλλον του. Κύριος εκφραστής της θεωρίας της κοινωνικής μάθησης θεωρείται ο A. Bandura.
Οι παραπάνω θεωρίες εξετάζουν το φαινόμενο της μάθησης ανεξαρτήτως ηλικίας. Τα τελευταία όμως 30-35 χρόνια και βάσει των προαναφερθέντων, αναπτύχθηκαν νέες σημαντικές θεωρίες που εστιάζουν στον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο μαθαίνουν οι ενήλικες. Σαν σημαντικότερες από αυτές θα μπορούσαν να αναφερθούν: Η θεωρία της «ανδραγωγικής» του M.Knowles, η θεωρία του «ανθρώπου-κοινωνικού όντος» των Knox και Jarvis, ο «Συνειδησιακός Μετασχηματισμός» του J. Mezirow, η θεωρία του «κύκλου της μάθησης» του Kolb και τέλος η θεωρία της μάθησης σαν παράγοντας διαμόρφωσης «απελευθερωτικής σκέψης και κοινωνικής αλλαγής» του P.Freire (Κόκκος 2005, σελ.83).
Κανείς από τους μελετητές των θεωριών αυτών δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι «διαθέτει αδιαμφισβήτητες αποδείξεις για τον τρόπο με τον οποίο συντελείται η μάθηση» (Κόκκος 2005,σελ.23). Η επίτευξη της όμως φαίνεται να είναι αλληλεπίδραση τριών βασικών παραγόντων: 1)του εκπαιδευόμενου, 2)του εκπαιδευτή και 3)του περιβάλλοντος στο οποίο αυτή συμβαίνει (Πολίτη 2006,σελ.10). Όλες επίσης οι θεωρίες συγκλίνουν στο ότι η μάθηση δεν είναι μια παθητική διεργασία, αλλά αντίθετα για να κατακτηθεί απαιτείται να ενεργοποιήσει ο εκπαιδευόμενος τις γνωστικές και κοινωνικές του εμπειρίες. 
Έτσι θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι ενήλικες μαθαίνουν όταν : 
 Το εκπαιδευτικό περιεχόμενο έχει σχέση με τις ανάγκες και τις εμπειρίες τους. Με τον τρόπο αυτό ενεργοποιείται η προηγουμένη γνώση προκειμένου η νέα να κατακτηθεί και να αποκτήσει νόημα, μετατρεπόμενη τελικά σε κομμάτι του εαυτού του εκπαιδευόμενου.
 Λαμβάνονται υπόψη οι προτιμώμενοι τρόποι μάθησης. Έτσι ώστε κάθε εκπαιδευόμενος να διδάσκεται με ένα εξατομικευμένο τρόπο, που να στηρίζεται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της δικής του προσωπικότητας. (Rogers1999 σελ.155).
 Νοιώθουν ασφάλεια, ενταγμένοι σε μια ομάδα, η οποία τους παρέχει την ελευθερία να πειραματισθούν και να δράσουν χωρίς να εκτεθούν (Courau 2000,σελ.29). 
 Εμπλέκονται ενεργητικά στην εκπαιδευτική διαδικασία, αναλαμβάνοντας οι ίδιοι την ευθύνη της μάθησης τους, καθώς χρησιμοποιούν την παρεχόμενη γνώση για να λύσουν προβλήματα και να ανταλλάξουν απόψεις, διευρύνοντας εντέλει τον γνωστικό τους ορίζοντα (Κόκκος 2005, σελ.95).

Έτσι, διευρύνεται και ο ρόλος του εκπαιδευτή ενηλίκων, γίνεται περισσότερο σύνθετος και απαιτητικός, ενώ απαιτεί συγκεκριμένα προσόντα και προσωπικές ικανότητες. Για να μπορέσει ο εκπαιδευτής, να ενεργοποιήσει τους εκπαιδευόμενους του, υποκινώντας τους στην μαθησιακή διεργασία, έχει ανάγκη να χρησιμοποιήσει εκπαιδευτικές τεχνικές, συμβατές με τον τρόπο που αυτοί μαθαίνουν. Όσο μάλιστα πιο ενεργητικές είναι οι τεχνικές αυτές, τόσο περισσότερο εξασφαλίζεται η αποτελεσματική μάθηση. Ανάμεσα στις «δυναμικές» τεχνικές που έχουν σαν στόχο να ενθαρρύνουν τους εκπαιδευόμενους και να τους εμπλέξουν ενεργητικά στην μαθησιακή διαδικασία, είναι και αυτές που χρησιμοποιούν στοιχεία της δραματικής τέχνης, όπως το «παιχνίδι ρόλων» και η «προσομοίωση» 
Μόλις τα τελευταία χρόνια, η τεχνική του Εκπαιδευτικού Δράματος, έχει αρχίσει να χρησιμοποιείται και σε ενήλικες, κυρίως σε άτυπες μορφές εκπαίδευσης, όπως είναι τα μαθήματα Ελληνικών σε μετανάστες, σε προγράμματα που αφορούν φυλακισμένους ή σε άτομα που βρίσκονται σε διαδικασία απεξάρτησης κλπ. Παρόλα αυτά, δεν υπάρχουν επίσημες καταγραφές για την εφαρμογή του σε ενήλικες, τόσο για το εξωτερικό όσο και για την Ελλάδα. Ο B.Woolland,εφαρμόζει το Ε.Δ σε φοιτητές, ηθοποιούς και φυλακισμένους, με πολύ καλά αποτελέσματα όπως ο ίδιος αναφέρει. Σε σχετική ερώτηση που του ετέθη κατά την συνέντευξη που παραχώρησε (27/4/2007), ο ίδιος δεν θεωρεί ότι υπάρχει διαφορά κατά την εφαρμογή του Ε.Δ ανάμεσα στα παιδιά και τους ενήλικες. Σημασία έχει κατά την άποψη του, «ο εκπαιδευτής να είναι σε θέση να δημιουργήσει κίνητρο στον ενήλικα εκπαιδευόμενο» (Woolland, 27/4/2007). Ίσως ένα πρόβλημα που αφορά τους ενήλικες να είναι η «‘φιξαρισμένη’ αντίληψη που έχει ο ενήλικας για τον εαυτό του»(Woolland 27/4/2007), γεγονός που απαιτεί από τον εκπαιδευτή ιδιαίτερη προσπάθεια προκειμένου να πείσει τον εκπαιδευόμενο ότι μπορεί να τα καταφέρει. Παράλληλα το Ε.Δ προϋποθέτει την ενεργητική συμμετοχή όλων των εκπαιδευομένων, γιατί όπως λέει ο Woolland «η μάθηση δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσα στο δράμα αν δεν υπάρχει συμμετοχή»(Woolland, 27/4/2007). Επίσης, κάποιες ομάδες πληθυσμού, όπως είναι οι φυλακισμένοι ή οι εκπαιδευόμενοι των Σχολείων Δεύτερης Ευκαιρίας, έχουν συνήθως χαμηλή εικόνα για τον εαυτό τους. Με το Ε.Δ, ο Woolland θεωρεί ότι αυτές οι ‘ειδικές’ ομάδες εκπαιδευομένων «έχουν πολύ γρήγορα την αίσθηση ότι μπορούν κάτι να καταφέρουν» (Woolland,27/4/2007), άποψη με την οποία συμφωνεί και η Άλκηστις (Άλκηστις 2000,σελ.26). Το γεγονός δε αυτό, φαίνεται να τονώνει ιδιαίτερα την αυτοεκτίμηση τους. Κυρίως τα άτομα που «εμφανίζουν μαθησιακές δυσκολίες, ανταποκρίνονται πολύ καλά και ενισχύεται η αυτοπεποίθηση τους» (Woolland, 27/4/2007). Αν και το Ε.Δ συχνά περιλαμβάνει την τεχνική του «παιχνιδιού ρόλων» το οποίο χρησιμοποιείται στην εκπαίδευση ενηλίκων, εν τούτοις κατά τον Woolland, το δράμα θεωρείται πιο ολοκληρωμένο και προχωρά σε πιο βαθειά επίπεδα, καθώς «δεν μένει μόνο στο ποιοι είμαστε, αλλά και το πως επηρεάζουμε τον κόσμο γύρω μας» (Woolland, 27/4/2007 ). Αυτό όμως που κυρίως επιτυγχάνει το Ε.Δ., είναι ότι με την μέθοδο αυτή, «καταργείται ο ξύλινος μονόλογος της έδρας» (Μουδατσάκις 1994,σελ.89), ανατρέπεται η συμβατική σχέση με το περιβάλλον και «μπαίνει υπό κρίση η ισχύουσα αξία των πραγμάτων» (Μουδατσάκις 1994,σελ.81). Έτσι, δημιουργούνται τελικά και οι προϋποθέσεις, που μπορούν να οδηγήσουν τον ενήλικα εκπαιδευόμενο στην διαδικασία της «απομάθησης»(Rogers1999 σελ.279), αφήνοντας χώρο για να συντελεστεί η μάθηση. 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 ΆΛΚΗΣΤΙΣ «Το βιβλίο της δραματοποίησης», Αθήνα, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 1998

 ΆΛΚΗΣΤΙΣ. «Η δραματική τέχνη στην εκπαίδευση», Αθήνα, Πανεπιστήμιο Αθηνών – Φιλοσοφική Σχολή. Κέντρο Ανάπτυξης Δημιουργικότητας, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2000

 ΑΜΟΙΡΟΠΟΥΛΟΣ.Κ. στο ΓΚΟΒΑΣ.Ν. «Το θέατρο στην εκπαίδευση – μορφή τέχνης και εργαλείο μάθησης», πρακτικά από τη 2η Διεθνή Συνδιάσκεψη για το Θέατρο στην Εκπαίδευση, Αθήνα, εκδόσεις Μεταίχμιο, 2001 

 ΑΥΔΗ.Α&ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ.Μ. «Σημειώσεις για τους φοιτητές του τμήματος θεάτρου του Α.Π.Θ», Θεσσαλονίκη, 2007


 ΚΑΚΟΥΡΗ.Κ,«Προαισθητικές μορφές θεάτρου»,Αθήνα, εκδόσεις βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1998

 ΚΑΛΛΙΑΝΤΑ Θ.&ΚΑΡΑΒΟΛΤΣΟΥ Α, Πρακτικά 1ου Διεθνούς Εκπαιδευτικού Συνεδρίου «Λαϊκός Πολιτισμός και Εκπαίδευση» 29/9 έως 1/10/2006, Βόλος. Στον δικτυακό τόπο του Ερευνητικού Ιδρύματος Πολιτισμού και Εκπαίδευσης διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο: www.eipe.gr (30/6/2007)

 ΚΟΚΚΟΣ.Α. «Εκπαίδευση Ενηλίκων – Ανιχνεύοντας το πεδίο», Αθήνα, εκδόσεις Μεταίχμιο, 2005


 ΜΕΓΑ.Γ «Το Δράμα ως μέσον κοινωνικοποίησης του παιδιού», διπλωματική εργασία, Πανεπιστήμιο Κρήτης, 1990

 ΜΟΥΔΑΤΣΑΚΙΣ.Τ «Η θεωρία του δράματος στη σχολική πράξη-το θεατρικό παιχνίδι, η δραματοποίηση», Αθήνα, εκδόσεις Καρδαμίτσα, 1994 

 ΠΟΛΙΤΗ.Φ. «Η αξιοποίηση της τεχνικής του παιχνιδιού ρόλων στη διδασκαλία της ελληνικής ως δεύτερης γλώσσας σε ενήλικους μετανάστες», διπλωματική εργασία, Πάτρα, ΕΑΠ, 2006

 ΠΟΥΧΝΕΡ.Β.«Βαλκανική Θεατρολογία», Αθήνα, εκδόσεις Καρδαμίτσα. 1994

 ΠΟΥΧΝΕΡ.Β. «Από τη θεωρία του θεάτρου στις θεωρίες του θεατρικού», Αθήνα, εκδόσεις Πατάκη, 2003

 ΧΟΛΕΒΑ.Α. Αδημοσίευτη διπλωματική εργασία με θέμα: «Η σχολή μας συναντά τον κ.Augusto Boal. Πληροφορίες, προτάσεις και σχόλια» Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Σχολή Καλών Τεχνών. Τμήμα Θεάτρου, 2002

 DAVIS.D.στοΓΚΟΒΑΣ.Ν. «Το θέατρο στην εκπαίδευση – μορφή τέχνης και εργαλείο μάθησης», πρακτικά από τη 2η Διεθνή Συνδιάσκεψη για το Θέατρο στην Εκπαίδευση, Αθήνα, εκδόσεις Μεταίχμιο, 2001 

 MACDONALD.S,RACHEL.D. «Το θέατρο forum του Augusto Boal για εκπαιδευτικούς– Σημειώσεις από τα εργαστήρια στη συνδιάσκεψη 2000 για το θέατρο στην εκπαίδευση», διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο www.theatroedu.gr, Δεκέμβριος 2006 

 SHOR.I «Ο εκπαιδευτής ως“καλλιτέχνης”», στο περιοδικό «Εκπαίδευση Ενηλίκων»,τ2,2004, σ. 25-26, 2004

 ROGERS.A «Η Εκπαίδευση Ενηλίκων»,Αθήνα, εκδόσεις Μεταίχμιο, 1999

 COURAU.S. «Τα βασικά “εργαλεία” του Εκπαιδευτή Ενηλίκων», Αθήνα, Μεταίχμιο, 2000 

 WOOLLAND.B «Η διδασκαλία του δράματος στο δημοτικό σχολείο», Αθήνα, εκδόσεις Ελληνικά γράμματα, 1999 

 HEATHCOTE.D, BOLTON.G, «Drama for Learning – Dorothy Heathcote΄s Mantle of the Expert Approach to Education», United States of America, Library of Congress-in-Publication Data

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ...