Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεωρίες μάθησης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεωρίες μάθησης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

8 Ιουν 2014

Οι Θεωρίες Μάθησης και η Ενσωμάτωσή τους στο Εκπαιδευτικό Λογισμικό


Διπλωματική Εργασία της Αποστολοπούλου Δήμητρας
Πάτρα, 2012

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
ΣΧΟΛΗ ΘΕΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ
ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ & ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ




Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ...

5 Ιουν 2014

Η γνώση βασικών θεωριών μάθησης και η ουσιαστική υποστήριξη του διδακτικού έργου των εκπαιδευτικών


ΠΑΚΕ Μακεδονίας - Εργασία Επιμορφούμενων

Επιμορφούμενοι:
Παλάζη Χρυσάνθη ΠΕ 02
Δημήτρης Κολιόπουλος ΠΕ 70
Θωμάς Μασούρας ΠΕ 70
Ευαγγελία Τσελέπη ΠΕ 70





Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ...

28 Οκτ 2011

Μορφολογική ψυχολογία & Γνωστικές θεωρίες μάθησης

Της Α. Μητρογιαννοπούλου – Σχ. σύμβουλος μαθηματικών

Η θεωρία της Μορφολογικής Ψυχολογίας (Gestalt Psychology) επικεντρώνεται στη μελέτη της οργάνωσης της αντίληψης και προσεγγίζει τη συμπεριφορά τονίζοντας την οργάνωση της εμπειρίας σε μορφές ή πρότυπα (Gestalten). Η πιο ουσιαστική συμβολή της στην ψυχολογία της μάθησης είναι η ενόραση, που ως μαθησιακή διαδικασία βασίζεται στη σύλληψη της μορφής του νέου προς γνώση αντικειμένου ως «όλου», που δε γίνεται στην αρχή με σαφήνεια αντιληπτό, αλλά κατά την πορεία της μάθησης, προχωρώντας από το όλο προς τα μέρη, τα στοιχεία που την απαρτίζουν διασαφηνίζονται και διακρίνονται μεταξύ τους. Για παράδειγμα, όταν βλέπουμε ένα άτομο να πλησιάζει από μακριά αυτό που αντιλαμβανόμαστε σε πρώτη φάση είναι η γενική μορφή του, δηλαδή αν είναι άντρας ή γυναίκα, ενώ στη συνέχεια διακρίνουμε και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του...



Εκπρόσωποί της είναι οι Wertheimer, Koffka και Köhler. Ο πρώτος, που είναι και ο κυριότερος, ασχολήθηκε με τη μάθηση στη σχολική τάξη και μάλιστα με τη διδασκαλία, η οποία οδηγεί στην ανάπτυξη της δημιουργικής σκέψης. Ο τελευταίος παρατήρησε στα πειράματά του ότι τα ζώα δεν εργάζονταν μηχανικά, αλλά σκέφτονταν, και αφού είχαν εποπτεία της όλης κατάστασης με μία ευφυή ανακατάταξή της έλυναν το πρόβλημα.

Ήταν δε μία διανοητική εργασία οργανωμένη και εσωτερική, η οποία ξαφνικά έδινε και τη λύση του προβλήματος. Αυτή τη διαδικασία λοιπόν κατά την οποία εμφανίζεται μία αιφνίδια και άμεση θεώρηση της όλης κατάστασης, ονόμασε ο Köhler «μάθηση με ενόραση». Είναι δε εφικτή όταν δίνεται στο άτομο που μαθαίνει η δυνατότητα να αντιμετωπίσει εξαρχής ολόκληρη την προς μάθηση κατάσταση. Οι οπαδοί της τονίζουν ότι τα προς μάθηση στοιχεία πρέπει να οργανώνονται έτσι, ώστε να γίνονται αντιληπτά ως σύνολα..

Η μάθηση με ενόραση θεωρήθηκε ανώτερη σε σχέση με αυτή που γίνεται με «δοκιμή και πλάνη», διότι κατά την εμφάνισή της μεσολαβούν ανώτερες διανοητικές λειτουργίες, όπως αντίληψη, μνήμη, σκέψη και προσοχή.

Ο Bandura κάνει λόγο για κοινωνική μάθηση, δηλαδή μάθηση με μίμηση προτύπου ύστερα από παρακολούθηση της συμπεριφοράς του και τη διερεύνηση των κοινωνικών συνθηκών μέσα στις οποίες το άτομο πραγματώνει αυτή τη μορφή μάθησης.

Ο Piaget έκανε λόγο για την οικοδόμηση της γνώσης και θεωρούσε τη μάθηση ως αποτέλεσμα της δραστηριότητας του ατόμου με το περιβάλλον. Μέσα από διάφορες γνωστικές αντιφάσεις επιτυγχάνεται η αφομοίωση και η προσαρμογή με την κοινωνική διαπραγμάτευση και τη δημιουργικότητα (ατομική), αρχές όπου βασίστηκε και ο (επ)οικοδομισμός (κονστρουκτιβισμός).

Ο Piaget θεωρεί ότι η νοημοσύνη είναι μία λειτουργία που βοηθά το άτομο με την αφομοιωτική και συμμορφωτική διαδικασία στην προσαρμογή του σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον. Είναι ιδρυτής της Γενετικής Ψυχολογίας και η θεωρία του τείνει στις γνωστικές που ερευνούν αντίληψη, μνήμη, σκέψη, σχηματισμό εννοιών, στρατηγικών κ.λπ. και οι οποίες αντιμετωπίζουν τον άνθρωπο, κατά την αντιπαράθεσή του με το περιβάλλον, ως ενεργό και αυθόρμητο ερευνητή.

Η θεωρία του Piaget επιχειρεί να ερευνήσει και να ερμηνεύσει την ανάπτυξη και κατά συνέπεια και τη μάθηση ως αποτέλεσμα των δραστηριοτήτων του ατόμου στο περιβάλλον, το οποίο άτομο κατά τη γέννησή του δε διαθέτει καμιά πνευματική ή γνωστική δομή, αλλά η οικοδόμησή τους είναι αποτέλεσμα της συνεχούς προσπάθειας του ατόμου για μία ισορροπία μεταξύ του ίδιου του εαυτού του και του περιβάλλοντός του. Αν το άτομο κατανοεί τα στοιχεία της νέας εμπειρίας του, η ισορροπία μένει αδιατάρακτη, ενώ στην αντίθετη περίπτωση βιώνει μία γνωστική αντίφαση ή σύγκρουση, που το υποχρεώνει σε περαιτέρω δραστηριότητα, προκειμένου να επαναποκτήσει τη χαμένη του ισορροπία. Η προσπάθεια προς την κατεύθυνση αυτή ονομάζεται από τον Piaget προσαρμογή. Η διατάραξη της ισορροπίας μπορεί να οφείλεται στην ωρίμαση, στην άσκηση και εμπειρία, στη μάθηση και εξισορρόπηση ή αυτορρύθμιση και βέβαια η άσκηση και η εμπειρία είναι απαραίτητες μέχρι το σχηματισμό των λογικομαθηματικών δομών.

Ο προβληματισμός και οι μελέτες του Piaget για την οικοδόμηση της γνώσης αποτέλεσαν τη βάση της θεωρίας του κονστρουκτιβισμού που διακρίνεται σε ριζοσπαστικό και κοινωνικοπολιτισμικό

Ο «ριζοσπαστικός οικοδομισμός», με κύριο εκφραστή του τον Glaserfeld, θεωρεί ότι η γνώση του πραγματικού κόσμου είναι αδύνατη έξω από το άτομο. Η μάθηση είναι ενεργητική και όλη η γνώση υποκειμενική. Ο καθένας οργανώνει τη δική του εμπειρία και κατασκευάζει τη δική του πραγματικότητα, οπότε υπάρχει διαφοροποίηση από τον «κοινωνικό κονστρουκτιβισμό», κατά τον οποίο οι έννοιες, δομές, μέθοδοι, κανόνες και αποτελέσματα είναι επινόηση των ανθρώπων.

Κύριος εκπρόσωπος για τον «κοινωνικοπολιτισμικό κονστρουκτιβισμό» θεωρείται ο Vygotsky, ο οποίος έδωσε έμφαση στη γλώσσα και στην σπουδαιότητά της για την ανάπτυξη της σκέψης, υποστηρίζοντας ότι χρησιμοποιούμε τη γλώσσα για να σκεπτόμαστε και να λύνουμε προβλήματα προφορικά. Τόνιζε μάλιστα την κοινωνική δόμηση της μάθησης και το ρόλο του κοινωνικού περιβάλλοντος αυτού που μαθαίνει. Επίσης πίστευε ότι η διανοητική πρόοδος συνδέεται άμεσα με την ιστορική και πολιτιστική ανάπτυξη. Έκανε λόγο για τη ζώνη επικείμενης ανάπτυξης μεταξύ του πραγματικού επιπέδου ανάπτυξης ενός ατόμου και του επιπέδου πιθανής ανάπτυξης με την καθοδήγηση του δασκάλου. Συνεπώς ο δάσκαλος θα πρέπει να προσφέρει θέματα λίγο πιο δύσκολα από τη διανοητική ανάπτυξη των παιδιών, ώστε στη συνέχεια με την καθοδήγησή του να κατακτούν τη νέα γνώση

Συμπερασματικά το ποια θεωρία και ποια διδακτική μέθοδος θα αξιοποιηθεί στη διδακτική διαδικασία εξαρτάται από την κάθε διδακτική ενότητα και από τους εκάστοτε μαθητές, χωρίς να αποκλείεται και μία συνδυαστική λύση.

Φυσικά πρέπει ο εκπαιδευτικός να έχει κατά νου τη μαιευτική μέθοδο του Σωκράτη με τη διαδικασία των ερωτήσεων/αποκρίσεων, καθώς και την άποψη του Dewey για «learning by doing» και «learning by experience»

Πηγή:
http://sciencearchives.wordpress.com/2011/10/20/%CE%AE-%CE%AF-%CE%ADsi/
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ...

22 Ιουν 2011

Θεωρίες Μάθησης και Εκπαιδευτική Πράξη

Του Εμ. Κολιάδη
Σημειώσεις από τους τρεις τόμους Εμ. Κολιάδη με γενικό τίτλο "ΘΕΩΡΙΕΣ ΜΑΘΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ" καθώς και από το βιβλίο του "Γνωστική ψυχολογία, γνωστική νευροεπιστήμη και εκπαιδευτική πράξη" 
Επιμέλεια, Διον. Κ. Παρούτσας
Ένας ακόμη πολυγραφότατος πανεπιστημιακός, ο οποίος παρά την πολύχρονη παραμονή του στα εκπαιδευτικά πράγματα εξακολουθεί να βρίσκεται στην αιχμή της εκπαιδευτικής έρευνας, είναι ο Εμμανουήλ Κολιάδης. Οι σημειώσεις αυτές προέρχονται από τα 4 πρώτα βιβλία του, τα οποία αναφέρονται στις διάφορες θεωρίες μάθησης, καθώς και από το 5ο που συνδυάζει τα τελευταία ευρήματα της παιδαγωγικής ψυχολογίας. Οι σημειώσεις αυτές αποτελούν συνέχεια του συνδέσμου της προηγούμενης ενότητας με τίτλο "Ψυχολογία" Στην πραγματικότητα, μαθαίνοντας καλά αυτές τις σημειώσεις είναι κάποιος εξαιρετικά προετοιμασμένος, να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση, αρκεί φυσικά να διαθέτει και κάποιο απαραίτητο υπόβαθρο. Μην ανησυχείτε, υπάρχουν κι εδώ μνημονικοί ενδείκτες!

Για να διαβάσετε ολόκληρο το άρθρο πατήστε εδώ

Πηγή Ανάρτησης:
το ιστολόγιο του Λεωνίδα Κατσίρα (συμβούλου ΠΕ13)


Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ...

10 Ιουν 2010

Το πλαίσιο θεωριών για την ανάπτυξη και σχεδιασμό της εξ αποστάσεως συμμετοχικής εκπαίδευσης μέσω του διαδικτύου


Α

ανακτήθηκε από http://www.eap.gr/

Θεωρία

Βασική αρχή

Σκοπός

Κύρια υπόθεση

Συνέπειες

Εποικοδομητικής κριτικής ή αναλυτικής σκέψης

Η μάθηση επιτυγχάνεται μέσω αναλυτικής σκέψης

Δημιουργία θεωριών για την κατανόηση της πραγματικότητας

Οι διδάσκοντες μαθαίνουν καλύτερα όταν ανακαλύπτουν πράγματα μόνοι τους

Κέντρο της εκπαιδευτικής διαδικασίας είναι ο διδασκόμενος και ο διδάσκοντας είναι βοηθός του στην όλη διαδικασία.

Συνεργασιακή

Η μάθηση επιτυγχάνεται μέσω της ανταλλαγής γνώσης με άλλους διδασκόμενους

Η βελτίωση και ανάπτυξη της επικοινωνίας και του διάλογου

Η ενεργή συμμετοχή των εκπαιδευόμενων είναι αναγκαία

Ο διδάσκοντας θέτει ερωτήσεις και ανατροφοδοτεί

Συμμετοχική εκπαίδευση μέσω του διαδικτύου

Η μάθηση μπορεί και επιτυγχάνεται σε οποιοδήποτε τόπο και χρόνο

Η δημιουργία και ανάπτυξη μιας εικονικής μαθησιακής κοινότητας, προσβάσιμη 24 ώρες το 24ωρο

Η εκπαιδευτική διαδικασία επιφέρει οφέλη αποδοτικότητας σε χρόνο και χρήμα

Η εκπαιδευτική διαδικασία δεν έχει χρονικά και γεωγραφικά όρια

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ...

3 Ιουν 2010

Θεωρίες μάθησης και ΤΠΕ


Αανακτήθηκε από http://www.netschoolbook.gr/
Ø Συμπεριφορισμός ( behaviorism )

Η μάθηση ορίζεται ως μία αλλαγή στη συμπεριφορά του μαθητή που προκύπτει μέσω εμπειριών και ασκήσεων που τίθενται από το δάσκαλο. Η μάθηση συντελείται με την ενίσχυση της επιθυμητής συμπεριφοράς είτε μέσω της αμοιβής της (θετική ενίσχυση) είτε
μέσω της τιμωρίας (αρνητική ενίσχυση)
Κεντρικοί οι ρόλοι
α. του δασκάλου ως μεταδότη της γνώσης στους μαθητές και βασικό παράγοντα στην εκπαιδευτική διαδικασία που ενισχύει την επιθυμητή συμπεριφορά
β. των διδακτικών στόχων του μαθήματος που διατυπώνονται με τη μορφή συμπεριφορών που οι μαθητές πρέπει να αναπτύξουν

Δίνει έμφαση στην αναμετάδοση της Πληροφορίας και στην τροποποίηση της συμπεριφοράς. Η μάθηση συνίσταται στην τροποποίηση της συμπεριφοράς.

Ø Οικοδομισμός ή Δομητισμός ( Constructivism )

Η μάθηση είναι μία υποκειμενική και εσωτερική διαδικασία οικοδόμησης νοημάτων και θεωρείται το αποτέλεσμα οργάνωσης και προσαρμογής των νέων πληροφοριών σε ήδη υπάρχουσες γνώσεις. Αναγνωρίζει δηλαδή ότι τα παιδιά, πριν ακόμα πάνε στο σχολείο, διαθέτουν γνώσεις και το σχολείο πρέπει να βοηθήσει να οικοδομηθούν νέες γνώσεις πάνω σε αυτές που ήδη κατέχουν...

Κεντρικοί οι ρόλοι:
α. του μαθητή που αναλαμβάνει ενεργό ρόλο στην οικοδόμηση της γνώσης του
β. της προηγούμενης ή πρότερης γνώσης του μαθητή η οποία θα πρέπει να τροποποιηθεί και να επεκταθεί ως αποτέλεσμα της μάθησης
γ. Ο δάσκαλος αναλαμβάνει έναν υποστηρικτικό- συμβουλευτικό ρόλο στη δραστηριότητα των μαθητών

Εστιάζουν το ενδιαφέρον τους στο εσωτερικό του γνωστικού μας συστήματος, στη δομή και τη λειτουργία του : η μάθηση συνίσταται στην τροποποίηση των γνώσεων.

Ø Koινωνικοπολιτισμικές θεωρίες - Θεωρία της δραστηριότητας ( activity theory )

Η μάθηση θεωρείται ως διαδικασία κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Το άτομο μέσα από τη συνεργασία με άλλα άτομα αναπτύσσει ικανότητες και δεξιότητες που διαφορετικά θα βρίσκονταν σε λανθάνουσα κατάσταση εξέλιξης.
Κατά τον Vygottsky η νοητική ανάπτυξη είναι μια διαδικασία αδιάρρηκτα συνδεδεμένη με την ιστορική διάσταση και το πολιτισμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο συντελείται. Δεν υπάρχει μαθησιακή δραστηριότητα έξω από το κοινωνικό, ιστορικό και πολιτισμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διαδραματίζεται.
Κεντρικοί οι ρόλοι:
α. της συνεργασίας και
β. της γλώσσας ως εργαλείου που συμβάλει στη διαμόρφωση της ταυτότητας του ατόμου
Διδακτικές προσεγγίσεις: σύνθετες ομαδικές εργασίες, αλληλοδιδακτική

Συμπεριφορισμός

1. Ι. Pavlov
2. J.B.Watson
3. E.L.Thorndike
4. B.F.Skinner (Γραμμική Οργάνωση)
5. Ν. Crowder (Διακλαδισμένη Οργάνωση)
6. R. Gagne (Διδακτικός Σχεδιασμός)


Οικοδομισμός

1. J. Piaget
2. S. Papert (παιδαγωγική θεωρία της LOGO)
3. R. Gagne, A. Newell και H. Simon

(Θεωρία της επεξεργασίας της πληροφορίας)

4. Βoyle (Μαθησιακά περιβάλλοντα με υπολογιστές)

Koινωνικοπολιτισμικές θεωρίες -Θεωρία της δραστηριότητας

1. J. Bruner (ανακαλυπτική μάθηση)
2. L. Vygotsky (επικοινωνιακή και πολιτισμική διάσταση)
3. Vygotsky, Leontiev, Luria, Νardi (Θεωρία της δραστηριότητας)

Αρχές μάθησης του Συμπεριφορισμού – Προγραμματισμένη διδασκαλία
(Β.F. Skinner)

Ø Ενεργός συμμετοχή του μαθητή

Ø Δόμηση της διδακτέας ύλης σε σύντομες διδακτικές ενότητες

Ø Παρουσίαση της ύλης σύμφωνα με τους ρυθμούς του μαθητή

Ø Ενίσχυση των προσπαθειών του μαθητή και άμεση επαλήθευση της απάντησής του

Ø Επιβράβευση της σωστής απάντησης



Εφαρμογή του Συμπεριφορισμού – Γραμμική Οργάνωση
(B.F. Skinner)

Skinner B. F. Η μάθηση προχωρά γραμμικά χωρίς διακλαδώσεις (μηχανές Skinner). H αλληλουχία της ύλης είναι με τέτοιο τρόπο σχεδιασμένη ώστε να μπορούν να την ακολουθήσουν όλοι οι μαθητές. Κάθε διδακτικό βήμα αποτελείται από τέσσερα στοιχεία : α) μία πληροφορία,
β) μία ερώτηση,
γ) ένα κενό για να δοθεί η απάντηση από το μαθητή και
δ) τη σωστή απάντηση.

Εφαρμογή του Συμπεριφορισμού – Διακλαδισμένη Οργάνωση (Ν.Α.Crowder)

H απάντηση του μαθητή καθορίζει το τι θα ακολουθήσει. Η παρουσία μιας ξεκάθαρης σχέσης ανάμεσα στην παρεχόμενη από το μαθητή απάντηση και στο μαθησιακό υλικό εισάγει τη δυνατότητα εξατομικευμένων ρυθμίσεων κατά τη μάθηση.

Η βασική διαφορά της γραμμικής οργάνωσης από την διακλαδισμένη οργάνωση βρίσκεται στον τρόπο αντιμετώπισης του λάθους του μαθητή. Ο Skinner πιστεύει ότι τα βήματα πρέπει να είναι τόσο μικρά ώστε να αποφεύγεται το λάθος του μαθητή. Όταν ο μαθητής απαντήσει λάθος του προσφέρεται η σωστή απάντηση. Αντίθετα ο Crowder πιστεύει ότι το λάθος αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο στη διαδικασία μάθησης. Όταν ο μαθητής κάνει λάθος του δίνονται συμπληρωματικές εξηγήσεις για να το ξεπεράσει.



Συμπεριφορισμός – Το Μοντέλο του Διδακτικού Σχεδιασμού

Η εμφάνιση του υπολογιστή στην δεκαετία του 70 συνιστά νέα εξέλιξη της προγραμματισμένης διδασκαλίας με την εμφάνιση της Διδασκαλίας με την Βοήθεια υπολογιστή η οποία στην αρχική της μορφή δεν ήταν παρά η υπολογιστική υλοποίηση του προγραμματισμένου βιβλίου μέσω ερωτήσεων πολλαπλών επιλογών (multiple choice).

Στην σύγχρονη εκδοχή του μιλάμε για τα προγράμματα διδασκαλίας με τη Βοήθεια Υπολογιστή τα οποία σχεδιάζονται με βάση το «μοντέλο» του διδακτικού σχεδιασμού (Instructional Design).

Συμπεριφορισμός – Το Μοντέλο του Διδακτικού Σχεδιασμού (R. Gagne)

Tα τρία κύρια στάδια ανάπτυξης του μοντέλου του Διδακτικού Σχεδιασμού είναι:

Ø Αξιολόγηση αναγκών: Προσδιορίζει κάθε δραστηριότητα του μαθητή και κάθε τμήμα γνώσης που πρέπει να προσκτηθεί από αυτόν.

Ø Επιλογή διδακτικών μεθόδων και υλικού: Βασίζονται στην προηγούμενη ανάλυση και στηρίζονται σε μετρήσιμα μεγέθη συμπεριφοράς.

Ø Αξιολόγηση του μαθητή: Τεστ που μας επιτρέπουν να αποφανθούμε για την επίτευξη των διδακτικών στόχων.

Η συνεισφορά του συμπεριφορισμού στο σχεδιασμό εκπ. εφαρμογών με ΤΠΕ

Τα συμπεριφοριστικού τύπου λογισμικά tutorials & drill and practice (καθοδήγησης /εξάσκησης και πρακτικής) κρίνονται επαρκή είτε:

για παροχή εποπτικής διδασκαλίας, είτε
για την εμπέδωση χαμηλού επιπέδου γνώσεων και δεξιοτήτων, είτε
για την αξιολόγηση και την προσωπική εργασία των μαθητών

Ο οικοδομισμός του J. Piaget

PiagetΟ Piaget περιγράφει την ανάπτυξη της λογικής σκέψης του παιδιού ως μια εξελικτική διαδικασία που διαμορφώνεται μέσα από διαφορετικά στάδια. Τα στάδια αυτά προσδιορίζονται χρονολογικά :

Ø Μέχρι 2 ετών το αισθησιοκινητικό στάδιο.

Ø Από 2 έως 7 ετών το στάδιο της προλογικής σκέψης.

Ø Από 7 έως 12 ετών το στάδιο των συγκεκριμένων πράξεων και

ØΑ πό 12 ετών το στάδιο των λογικών τυπικών πράξεων.

Βασικές έννοιες στη θεωρία του Piaget αποτελούν η αφομοίωση, η συμμόρφωση, η προσαρμογή και το σχήμα.

Η αφομοίωση είναι η ενέργεια του οργανισμού να ενσωματώσει μια νέα κατάσταση σε αυτά που ήδη γνωρίζει.

Η συμμόρφωση είναι η ενέργεια του οργανισμού για την επίτευξη ενός σκοπού σύμφωνα με τις απαιτήσεις του περιβάλλοντος.

Η προσαρμογή είναι βιολογική αρχή και είναι η συνισταμένη της αφομοίωσης – συμμόρφωσης.

Το σχήμα αποτελεί την μονάδα μάθησης: η προσαρμογή με τη χρησιμοποίηση της αφομοίωσης και της συμμόρφωσης ύστερα από μια σειρά δραστηριοτήτων.



Ο οικοδομισμός του J. Piaget – Η παιδαγωγική θεωρία της LOGO (S. Papert)

Papert S.Πάνω στις απόψεις του Piaget αναπτύχθηκε η παιδαγωγική θεωρία της LOGO. Η γλώσσα προγραμματισμού LOGO σχεδιάστηκε στα τέλη της δεκαετίας του ΄60, για εκπαιδευτικούς κυρίως σκοπούς, στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο Μασαχουσέτης (Μ.Ι.Τ.), από ομάδα ερευνητών στην Τεχνητή Νοημοσύνη με επικεφαλής τον Seymour Papert. Το όνομά της οφείλεται στην Ελληνική λέξη «λόγος» (λογικό). Βασίζεται σε δύο κύρια επιχειρήματα του εμπνευστή της:

Ø Η εμπειρία με την LOGO οδηγεί στην απόκτηση γνωστικών δεξιοτήτων επίλυσης προβλημάτων, δεξιότητες που μπορούν να μεταφερθούν και σε άλλα μαθήματα.

Ø Η LOGO συνιστά έναν ιδανικό χώρο για τη μάθηση μαθηματικών εννοιών όπως μεταβλητή, αναδρομικότητα κ.λπ.

Ο οικοδομισμός του J. Piaget – Η κονστρακτιονιστική κατασκευαστική (constructionist) προσέγγιση (S. Papert)

"Η μάθηση είναι αποτελεσματική όταν ο μαθητής πειραματίζεται κατασκευάζοντας ένα προϊόν που έχει νόημα για τον ίδιο." Οι κονστρακτιονιστές πηγαίνουν ένα βήμα πιο πέρα και επιδιώκουν να δημιουργήσουν περιβάλλοντα όπου τα παιδιά παίζουν και χειρίζονται αντικείμενα και μπορούν, συνεπώς, να συνεχίσουν να μαθαίνουν νέους συλλογισμούς με φυσικό τρόπο και πέρα από την καθιερωμένη εκπαίδευση.

Μικρόκοσμος: ένα σύνολο συγκεκριμένων και αφηρημένων αντικειμένων και σχέσεων καθώς και ένα σύνολο λειτουργιών που επιδρούν πάνω στα αντικείμενα, τροποποιώντας τις σχέσεις τους και δημιουργώντας νέα αντικείμενα.

Η Θεωρία της επεξεργασίας της πληροφορίας (R. Gagne, A. Newell & H. Simon)

Κάθε γνωστική διεργασία συνίσταται από επεξεργασίες αναπαραστάσεων και γνώσεων.

Ø Οι αναπαραστάσεις είναι περιστασιακές δομές που δημιουργήθηκαν σε μια συγκεκριμένη κατάσταση και για συγκεκριμένους στόχους και βρίσκονται αποθηκευμένες στην «βραχυπρόθεσμη μνήμη».

Ø Οι γνώσεις, ανεξάρτητα από την εγκυρότητά τους, είναι δομές σταθεροποιημένες στη «μακροπρόθεσμη μνήμη» (Βάση Γνώσης).

Η πιο σημαντική εφαρμογή της θεωρίας αυτής είναι τα έμπειρα διδακτικά συστήματα.

Η Θεωρία της επεξεργασίας της πληροφορίας - Ο διασυνδεσιασμός (connectionism)

O εγκέφαλος και οι λειτουργίες του προτείνονται ως εναλλακτικό μοντέλο στην θεωρία της επεξεργασίας της πληροφορίας. Ένα συνδεσιακό δίκτυο σχηματίζεται κατ’ εικόνα των νευρώνων του νευρικού συστήματος : ένα αυτόματο i θα αποστείλει σε ένα άλλο αυτόματο j έναν ερεθισμό θετικό ή αρνητικό, δηλαδή είτε διεγερτικό είτε αποδιεγερτικό αντίστοιχα. Ο ερεθισμός αυτός θα προκαθορίζεται από την κατάσταση δραστηριότητας Ui του i ενώ εξαρτάται και από το βάρος Wij του καναλιού μετάδοσης.

Εξαιτίας της φύσης του συστήματος, μια ολική συνεργασία αναδύεται αυτόματα όταν οι καταστάσεις κάθε «νευρώνα» σε διέγερση φτάσουν σε ένα επίπεδο. Η τιμή ορισμένων συνθετικών αποτελεί την είσοδο(input) του συστήματος και η τιμή ορισμένων άλλων την έξοδό του(output).

Η ερμηνεία των συνδεσιακών μοντέλων μπορεί να μας δείξει πως οι νοητικές δομές μπορούν να αναδυθούν από τις νευρωνικές δομές.

Τα υπολογιστικά νευρωνικά δίκτυα συνιστούν μια εφαρμογή της πληροφορικής η οποία αντιστοιχεί στην παραπάνω προσέγγιση.

Πώς συμβάλλει στο σχεδιασμό Μ.Π.;

με τη διδακτική προσέγγιση που προωθεί τις διαδικασίες μέσω επίλυσης προβλημάτων
Αλλη σημαντική συνεισφορά η έννοια της εννοιολογικής αλλαγής

Oικοδομισμός : Μαθησιακά περιβάλλοντα με υπολογιστές (Boyle,1997)

Ο οικοδομισμός συνιστά σήμερα ένα από τα κυρίαρχα μοντέλα στο σχεδιασμό σύγχρονου εκπαιδευτικού λογισμικού.

Στόχος του είναι να παρέχει μαθησιακές δραστηριότητες ενταγμένες σε διαδικασίες επίλυσης προβλημάτων ώστε να γεφυρώνεται το χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στο σχολείο και στις δραστηριότητες έξω από το σχολείο.

Οι βασικές αρχές για τον σχεδιασμό μαθησιακών περιβαλλόντων με υπολογιστή, σύμφωνα με τον οικοδομισμό, είναι :

Ø Παροχή εμπειριών που αφορούν με την διαδικασία οικοδόμησης της γνώσης.

Ø Παροχή εμπειριών πολλαπλών προοπτικών.

Ø Ενσωμάτωση της μάθησης σε ρεαλιστικά περιβάλλοντα που σχετίζονται με τον πραγματικό κόσμο. Εμπέδωση της μάθησης μέσω κοινωνικής εμπειρίας.

Ø Ενθάρρυνση της χρήσης πολλαπλών μορφών αναπαράστασης.

Ø Ενθάρρυνση της αυτοσυναίσθησης στη διαδικασία οικοδόμησης της γνώσης.

Koινωνικοπολιτισμικές θεωρίες – H ανακαλυπτική μάθηση
(J. Bruner)

Βασική αρχή: οι μαθητές ανακαλύπτουν αρχές ή αναπτύσσουν δεξιότητες μέσω πειραματισμού και πρακτικής.

Ο μαθητευόμενος, προκειμένου να κατανοεί τις πληροφορίες και να αναπτύσσεται γνωστικά, οικοδομεί:

Ø Έμπρακτες αναπαραστάσεις, που σχετίζονται με την εκτέλεση δράσεων (μικρές ηλικίες).

Ø Εικονικές αναπαραστάσεις, αντιστοιχούν σε δομές χώρου και είναι ανεξάρτητες της δράσης. Αποτελούν εσωτερικές νοητικές εικόνες.

Ø Συμβολικές αναπαραστάσεις, είναι η αναπαράσταση σχέσεων με αφηρημένα σύμβολα, με δυνατότητα διαφόρων συσχετισμών και διατύπωσης θεωριών.

Σύμφωνα με τον Bruner ο μαθητής πρέπει να έρχεται αντιμέτωπος με προβληματικές καταστάσεις , το αναλυτικό να οργανώνεται σε σπειροειδή μορφή και ο δάσκαλος πρέπει να έχει ρόλο εμψυχωτή και συντονιστή στην διαδικασία της μάθησης.

Τελευταία ο Bruner έδωσε έμφαση στο πολιτισμικό και κοινωνικό πλαίσιο των γνωστικών διεργασιών συναντώντας τους εκπρόσωπους της σοβιετικής ψυχολογικής σχολής.

Συμβολή εποικοδομισμού στο σχεδιασμό μαθησιακών περιβαλλόντων με ΤΠΕ

Βασική αρχή:η γνώση του κόσμου οικοδομείται από το άτομο.
Κυρίαρχο μοντέλο στο σχεδιασμό σύγχρονου εκπαιδευτικού λογισμικού.
Βασικός στόχος:

*

να παρέχει αυθεντικές μαθησιακές δραστηριότητες (ενταγμένες σε διαδικασίες επίλυσης προβλημάτων)
*

να ενθαρρύνει την έκφραση και την προσωπική εμπλοκή

Koινωνικοπολιτισμικές θεωρίες (L. Vygotsky)

VygotskiΣύμφωνα με την θεωρία του Vygotsky που αντιπροσωπεύει την σοβιετική σχολή η ανάπτυξη της νόησης είναι διαδικασία κοινωνικής αλληλεπίδρασης στην οποία κυρίαρχο ρόλο παίζει η γλώσσα. Το παιδί στην διαδικασία αυτή δεν είναι παθητικός δέκτης αλλά δρών υποκείμενο που διαμορφώνει με τις πράξεις του τη γνωστική του πραγματικότητα.

Βασική αρχή της θεωρίας του είναι η «ζώνη της επικείμενης ανάπτυξης» (zone of proximal development) που αποτελεί την ανεξερεύνητη περιοχή του εσωτερικού δυναμικού του μαθητή ο οποίος βρίσκεται σε μία εν δυνάμει λανθάνουσα κατάσταση εξέλιξης. Εδώ φαίνεται η σημασία της διαμεσολάβησης του ενηλίκου (δάσκαλο, γονέα) και ο ρόλος του κοινωνικού περιβάλλοντος στην γνωστική ανάπτυξη του μαθητή.

Koινωνικοπολιτισμικές θεωρίες
( L. Vygotsky) – Ζώνη Επικείμενης Ανάπτυξης (ΖΕΑ)

Κάθε άτομο έχει ένα πυρήνα γνώσεων που χρησιμοποιείται για την πραγματοποίηση δραστηριοτήτων. Γύρω από αυτό τον πυρήνα τοποθετείται η ΖΕΑ η οποία μπορεί να πραγματοποιήσει δραστηριότητες μόνο όταν συνεπικουρείται από άλλους.

Koινωνικοπολιτισμικές θεωρίες – H θεωρία της δραστηριότητας (Vygotsky, Leontiev, Luria, Nardi)

Η βασική αρχή της θεωρίας αυτής είναι ότι η ανθρώπινη δράση διαμεσολαβείται από πολιτισμικά σύμβολα (cultural signs) λέξεις και εργαλεία τα οποία επιδρούν στη δραστηριότητα του ατόμου και συνεπώς στις νοητικές του διεργασίες.

Η βασική μονάδα ανάλυσης είναι η δραστηριότητα η οποία αποτελείται από το υποκείμενο(άτομο ή ομάδα), το αντικείμενο(στόχος), τους κανόνες και τις λειτουργίες. Η δραστηριότητα γίνεται με τη διαμεσολάβηση εργαλείων(όργανα, σήματα, γλώσσες) τα οποία δημιουργούνται από τα άτομα για να ελέγξουν τη συμπεριφορά τους.



Koινωνικοπολιτισμικές θεωρίες – H θεωρία της δραστηριότητας (Vygotsky, Leontiev, Luria, Nardi)

Η θεωρία της δραστηριότητας έχει σημαντικές εφαρμογές στις έρευνες που αφορούν την επικοινωνία ανθρώπου-μηχανής και ειδικότερα στο σχεδιασμό μαθησιακών περιβαλλόντων με υπολογιστή(συνεργατική μάθηση).

Η συνεργατική μάθηση (collaborative learning) με υπολογιστή βασίζεται στην αλληλεπίδραση ανάμεσα στο υποκείμενο(μαθητή), το αντικείμενο(στόχο μάθησης) και τα διαθέσιμα εργαλεία.
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ...

23 Απρ 2010

Π Ω Σ Μ Α Θ Α Ι Ν Ο Υ Ν Ο Ι Α Ν Θ Ρ Ω Π Ο Ι


Ατης Πασχαλιάς Γιαννακάκη
σχολικής συμβούλου ΠΕ02
Dr Φιλολογίας στις Ελληνικές Σπουδές, Μεταδιδακτορικό στην Ν. Ε Λογοτεχνία, DEA στην Πολιτική της Εκπαίδευσης και Dr στις Επιστήμες της Αγωγής

Υπάρχουν ερωτηματικά για το πώς μαθαίνουν οι άνθρωποι και η έρευνα προσπαθεί να δώσει απαντήσεις. Είναι ερωτηματικά που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο διατυπώνουν και οι εκπαιδευτικοί στις συναντήσεις τους με τους σχολικούς συμβούλους αλλά και αλλού, γιατί βρίσκονται μπροστά στην ανάγκη να διδάξουν τον νέο άνθρωπο. Στην ουσία έχουμε να κάνουμε με προβλήματα που έχουν σχέση με το γνωρίζω και με το μαθαίνω και κατά συνέπεια αγγίζουν τη σχέση που έχει ο ...

άνθρωπος με τον κόσμο και την παραγωγή της σοφίας του, με τον εαυτό και το πόσο είναι/ είμαι ικανός να μάθει/ ω αλλά και με τον Άλλο, εφόσον η κρίση του άλλου θίγει πλευρές της ταυτότητας του ατόμου. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι πρόκειται για τη σχέση με τη γνώση, άρα για μια κοινωνική γνώση.


Για το πώς, λοιπόν, μαθαίνουν οι άνθρωποι έχουν διατυπωθεί θεωρίες και παραθέτουμε τις κυριότερες, τονίζοντας τα βασικά τους σημεία:

 Συμπεριφοριστικές θεωρίες: Για τους συμπεριφοριστές η μάθηση είναι αλλαγή συμπεριφοράς. Η κεντρική ιδέα είναι πως υπάρχει μια εξωτερική αντικειμενική πραγματικότητα, που μαθαίνουμε να τη γνωρίζουμε με τις αισθήσεις μας. Υπάρχει μάθηση, όταν το άτομο δίνει μια απάντηση σωστή (εκφράζει δηλαδή μια αναμενόμενη συμπεριφορά) σε ένα δεδομένο ερέθισμα. Οι συμπεριφορές είναι καθορισμένες από τους περιβαλλοντικούς όρους, γιατί οι συμπεριφοριστές θεωρούν ότι άνθρωπος είναι ένα παθητικό ον και αρκεί να χειριστεί τις περιβαλλοντικές συνθήκες, για να έχει και τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Ισχύει η αρχή Ε(ρέθισμα)> Α(ντίδραση). Οι κυριότεροι εκπρόσωποι είναι: α) Ο Pavlov (1849-1936) στηρίζεται στο πείραμα όπου τίθενται οι συνθήκες σύμφωνα με τις οποίες πρέπει να προηγηθεί ένα επαναλαμβανόμενο ερέθισμα (τροφή), που προκαλεί με αντανακλαστικό τρόπο μια μετρήσιμη αντίδραση (έκκριση σιέλου), η οποία συνδυάζεται με την παρέμβαση ενός ουδέτερου ερεθίσματος άσχετου με την απάντηση(κουδούνι). β)Οι συνειρμικοί, αυτοί που στηρίζονται στον νόμο της γειτνίασης, που σημαίνει πως κάποιος μαθαίνει, όταν δύο στοιχεία μάθησης δεν απέχουν χρονικά (γραμματικοί κανόνες κλπ). Ο Thorndike πρωτοπόρος, επίσης, της συμπεριφοριστικής θεωρίας εισάγει την αρχή της δοκιμής και της πλάνης και το νόμο της άσκησης και του αποτελέσματος. Ο Skinner θεωρεί ότι η συμπεριφορά είναι εργαλείο, που επιτρέπει μιαν αμοιβή (θετική/ αρνητική), ένα είδος παρέμβασης υπό όρους (condition opérante)
 Μορφολογική θεωρία (Gestalt): Στη μορφολογική θεωρία, η μάθηση ορίζεται σαν διαδικασία οργάνωσης των στοιχείων μιας κατάστασης. Δεν μπορεί κάτι να γίνει κατανοητό με τη μελέτη των μερών του αλλά με τη μελέτη της ολότητάς του. (M. Wertheimer, W. Köhler, K. Koffka) Η κεντρική ιδέα, δηλαδή, είναι ότι ενώ με τη συνειρμικότητα και το συμπεριφορισμό ενδιαφέρεται κανείς για ορισμένα στοιχεία της κατάστασης και τη σχέση τους, στη μορφολογική θεωρία εκείνο που ενδιαφέρει δεν είναι πια τα στοιχεία αυτά καθαυτά αλλά η σύσταση μιας σχέσης μεταξύ τους. Γι αυτό μιλάει κανείς για δόμηση της κατάστασης. Έχει σημασία το σχήμα του υλικού προς μάθηση και οι παράγοντες, που εξηγούν την απομνημόνευσή του, εξαρτώνται σημαντικά από αυτό το σχήμα.

Ο συμπεριφορισμός συμπίπτει με τη φιλοσοφική σκέψη του λογικού εμπειρισμού (επιστημονικός ρεαλισμός) και ο ολομορφισμός με το θετικό σχετικισμό, με λίγα λόγια στηρίζονται στον εμπειρισμό: η γνώση αποκτιέται μέσα από την εμπειρία, μαθαίνει, δηλαδή, κανείς αυτό που κάνει. Η διαφορά του δεύτερου από τον πρώτο είναι ότι η εμπειρία του ανθρώπου αυξάνεται μέσα από την επιδίωξη των στόχων του. Σε σχέση δε με τον αρχικό ορισμό της μάθησης στους συμπεριφοριστές το περιβάλλον είναι αντικειμενικό και φυσιοκρατικό στους ολομορφιστές ψυχολογικό. Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι έχουν τεθεί οι όροι για τη μετάβαση στις γνωστικές θεωρίες.

 Γνωστικές θεωρίες και Εποικοδομητισμός: Κατά τη δεκαετία του 50, όσοι υποστηρίζουν τις γνωστικές απόψεις, (cognitivisme), έχουν μια νέα προσέγγιση για να εξηγήσουν τη μάθηση, που είναι η επεξεργασία της πληροφορίας. Οι οπαδοί αυτής της θεωρίας ενδιαφέρονται για το τι γίνεται μέσα στο κεφάλι του ατόμου που μαθαίνει (αντίληψη, μνήμη, αναπαραστάσεις, λύση προβλημάτων…) Οι πληροφορίες έρχονται απέξω και μέσω των αισθήσεων, αποθηκεύονται αρχικά στην βραχυπρόθεσμη και στη συνέχεια στη μακροπρόθεσμη μνήμη. Ο άνθρωπος είναι ενεργητικός κάτοχος της πληροφορίας και η μάθηση ορίζεται σαν αλλαγή μέσα στις νοητικές δομές του ατόμου.
1. Οι οπαδοί των γνωστικών θεωριών μελετούν τις μεθόδους, στρατηγικές και κανόνες, που ακολουθούνται από το ανθρώπινο μυαλό σε ορισμένες καταστάσεις ιδιαίτερα, όταν λύνονται προβλήματα κατά τη διάρκεια της μάθησης, της ανάγνωσης και της συγκράτησης στοιχείων της πληροφορίας( Παιδαγωγική των στόχων-Bloom, Παιδαγωγική σχεδιασμού-Mialaret, Vial, Legrand). Στόχος τους είναι να κατανοήσουν και να αναπαραγάγουν τις ποικίλες διανοητικές διαδικασίες, που βασίζονται στη δραστηριότητα του χειρισμού της πληροφορίας.
2. Ο Bandura και η Κοινωνική μάθηση: Το παιδί μαθαίνει παρατηρώντας αυτό που συμβαίνει γύρω του. Προσεγγίζει θεωρητικά αρκετά τον συμπεριφορισμό αν και εδώ ο άνθρωπος δεν αντιδρά πλέον μηχανικά αλλά επεξεργάζεται τα δεδομένα μέσα από γνωστικές διαδικασίες.
3. Ο Gagné: Η καινούρια γνώση συνδέεται με την προηγούμενη και η μάθηση είναι αποτέλεσμα αλληλόδρασης του ατόμου με το περιβάλλον. Για να έχουμε μάθηση πρέπει να έχουμε αλλαγή στην επίδοση. Σύμφωνα με τον Gagné ο μαθητής επηρεάζεται από εξωτερικά (αντίδραση προκαλούμενη από έναν εξωτερικό πρόσωπο, τον εκπαιδευτικό) και εσωτερικά γεγονότα (κίνητρο).
4. Ausubel: Το σημαντικό γι αυτόν τον μελετητή είναι οι σχέσεις μεταξύ της γνωστικής δομής, των προθέσεων του μαθητή, του υλικού που πρέπει να κατακτήσει και του τρόπου μετάδοσης των γνώσεων. Υποστηρίζει ότι οι προηγούμενες γνώσεις καθορίζουν την επιτυχία της μάθησης και είναι ο σημαντικότερος παράγων. Πρώτα είναι η αντίληψη και ύστερα η ανακάλυψη. Υπάρχει μάθηση μηχανική και μάθηση με νόημα.
5. Ο Εποικοδομητισμός (constructivisme) μετά τo 90 γίνεται της μόδας και θεωρεί τη μάθηση σαν μια διαδικασία ενεργητικής δόμησης των γνώσεων και όχι σαν μια διαδικασία πρόσκτησής της. Δεν υπάρχει αντικειμενική μάθηση αλλά μόνο προσωπικές μεταφράσεις της πραγματικότητας, καθένας οικοδομεί τις δικές του και δεν έχουν αξία παρά μόνο για ένα συγκεκριμένο χρόνο. Διαρκούν ένα μικρό διάστημα και εχουν αυτή την ιδιότητα, γιατί πραγματοποιούνται μέσα σε μια κοινότητα, που αποδέχεται τις ίδιες βάσεις και αξίες. Η διδασκαλία παίρνει το σχήμα μιας ενίσχυσης σε αυτή τα διαδικασία. Ο εκπαιδευτκός αλλά και οι άλλοι μαθητεύοντες οδηγούν το μαθητή στη δική του αναζήτηση νοήματος. Το άτομο ψάχνει να κατανοήσει τις πολλαπλές προοπτικές μέσα από την αλληλόδραση, που έχει με τον εξωτερικό κόσμο. Σε πολλά σημεία οι θέσεις των κονστρουκτιβιστών μοιάζουν με αυτές των γνωστικών. Μια νέα έννοια σαν αντίβαρο έρχεται να παρέμβει σε αυτή την τάση, η έννοια της διαμεσολάβησης.

-Piaget/ Constructivisme: Ο Piaget υποστηρίζει ότι κατά τη διάρκεια της διανοητικής ανάπτυξης του παιδιού η μάθηση επιτυγχάνεται με την οικοδόμηση των γνωστικών δομών (αναπαραστάσεις, σχήματα, δίκτυο εννοιών) για να κατανοήσει και να απαντήσει στις φυσικές εμπειρίες μέσα στο περιβάλλον του. Τα στάδια από τα οποία περνάει είναι 4 σύμφωνα με βάση την ηλικία του. Έτσι έχουμε :
α) αισθητοκινητική αντίληψη/ αλληλόδραση με το περιβάλλον και οικοδόμηση εννοιών (μέχρι-2 ετών)
β) προλογική και συμβολική αντίληψη/ αδυναμία εννοιοποίησης με αφαίρεση, συγκεκριμένο πλαίσιο (2-7)
γ) συγκεκριμένες αντιληπτικές ενέργειες/ έναρξη εννοιοποίησης και δημιουργία λογικών δομών (7-11)
δ) συγκεκριμένες ή τυπικές αντιληπτικές ενέργειες/ οι γνωστικές δομές είναι πλέον σαν του ενήλικα και έχουμε πραγματική πρόσβαση στην αφαίρεση.(11-15)
Αυτό το στάδιο καθορίζεται γενετικά αλλά εξαρτάται και από το πώς το παιδί επιδρά στο περιβάλλον του. Η αντίληψη οικοδομείται από τις διαδικασίες ισορρόπησης των γνωστικών δομών, των ευκολιών ή δυσκολιών του περιβάλλοντος. Δύο δράσεις συμβάλλουν: της αφομοίωσης και της προσαρμογής.
Ο Piaget υποστηρίζει πως η ανθρώπινη αντίληψη είναι ένα σύστημα ενεργειών που προσαρμόζεται στο βιολογικό περιβάλλον και για να έχουμε μάθηση πρέπει να αποκαταστήσουμε την ισορροπία ανάμεσα στο περιβάλλον και τον οργανισμό.
-Bruner J.: Υποστηρίζει τη μάθηση μέσα από την ανακάλυψη και την διερεύνηση. Για να έχουμε μάθηση ο μαθητής οφείλει να συμμετέχει σε αυτή γι αυτό και προτείνει τη σπειροειδή μορφή αναλυτικού προγράμματος. Η διδασκαλία καθώς προχωρεί ανοδικά γυρίζει προς τα πίσω. Ο Bruner έχει εμπνευστεί από τον Piaget αλλά διαφωνεί με τα ηλικιακά όρια που αυτός προτείνει τονίζοντας τις ευκαιρίες μιας κοινωνικής αλληλεπίδρασης και επομένως την επίσπευση της γνωστικής ανάπτυξης του παιδιού. Υπάρχουν 3 διαδικασίες στην πράξη της μάθησης α) η πρόσκτηση της πληροφορίας β) Η μετατροπή της γ) η αξιολόγησή της ενώ 4 τεχνικές παιδαγωγικές α) Η χρήση των αντιθέσεων β) Η διαμόρφωση υποθέσεων γ) Η συμμετοχή δ) Η αφύπνιση της συνείδησης του μαθητή για να διερευνά και να ανακαλύπτει.
Και ο Bruner συμφωνεί με τον Piaget για την γενετική προτεραιότητα.

 Η θεωρία της διαμεσολάβησης: Η έννοια της διαμεσολάβησης με επι κεφαλής το Vygotsky είναι λιγότερο γνωστή από τις προηγούμενενες που έχουν σαν βάση το ατομικιστικό υπόβαθρο του συμπεριφορισμού και του εποικοδομητισμού. Η μάθηση εδώ είναι η αντίδραση του ατόμου σε ένα καθορισμένο περιβάλλον, αντίδραση όμως που δεν είναι καθορισμένη με απόλυτη ακρίβεια από τον γενετικό παράγοντα. Έχουμε, δηλαδή, μιαν ανάπτυξη που είναι ανάπτυξη-μέστωμα και μιαν ανάπτυξη-μάθηση. Πρόκειται για δραστηριότητα του υποκειμένου, που περικλείει διαδικασίες εσωτερικές και εξωτερικές οι οποίες διαμεσολαβούν στις σχέσεις του ανθρώπου με τον κόσμο μέσα στον οποίο ζει. Η διαπροσωπική σχέση είναι στο κέντρο της μάθησης η οποία είναι συνεργατική. Δεν υπάρχει άλλος καλύτερος τρόπος για να μάθει κανείς από τη διδασκαλία. Η μάθηση που γίνεται στο σχολείο είναι η αποτελεσματική μάθηση και υπάρχει συμμαχία της σκέψης και της γλώσσας. Η γλώσσα είναι ο βασικός διαμεσολαβητικός παράγοντας για την εξέλιξη της σκέψης και έχει χαρακτήρα κοινωνικό. Ο Vygotsky επιμένει, επίσης, στο ρόλο που παίζει για την ανάπτυξη του παιδιού η κουλτούρα και το κοινωνικό περιβάλλον. Η θεωρία του Vygotsky τονίζει την κοινωνική συνεργασία. Το άτομο εμπλουτίζεται από την κοινωνία και η κοινωνία από το άτομο αλλιώς δεν υπάρχουν.
Ο ρόλος του εκπαιδευτικού είναι καθοριστικός, γιατί αυτό που ο μαθητής είναι δυνατόν να κάνει τώρα με τη βοήθεια του δασκάλου, είναι δυνατόν, αύριο να το κάνει μόνος του. Η απόσταση ανάμεσα στο τι μπορεί να κάνει μόνος ο μαθητής και τι με τη βοήθεια του δασκάλου, είναι η "ζώνη επικείμενης ανάπτυξης" διάστημα στο οποίο η μάθηση οφείλει να πραγματοποιηθεί.
Ο Vygotsky έχει, λοιπόν, μιαν αντίθετη άποψη από τον Piaget. Όσον αφορά στη γλώσσα Θεωρεί ότι αυτή έχει ένα χαρακτήρα κοινωνικό και όχι εγωκεντρικό που αργότερα, στον ώριμο άνθρωπο, θα μετατραπεί σε εσωτερική, σιωπηλή γλώσσα. Επιμένει, λοιπόν, στο ρόλο γλώσσας και κουλτούρας και του κοινωνικού περιβάλλοντος. Οι αλληλεπιδράσεις του παιδιού με τους άλλους παίζουν έναν κυρίαρχο ρόλο για την εξέλιξη της αντίληψης και της τρυφερότητάς του. Τα κοινωνικά στοιχεία πολλαπλασιάζουν τα ατομικά όπως και τα κοινωνικά πολλαπλασιάζονται από τις ατομικές επιδράσεις. Ο Vygotsky είναι αντίθετος με τη μετωπική διδασκαλία.
Διαμορφώνει μια αλληλοδραστική θεωρία μάθησης που επιμένει στην "κοινωνική συνιστώσα" Η αληθινή κατεύθυνση της σκέψης σε ό τι αντιλαμβανόμαστε δεν πάει από "το ατομικό στο κοινωνικό αλλά από το κοινωνικό στο ατομικό." Σύμφωνα με αυτόν η σκέψη και η συνείδηση είναι καθορισμένες από τις πραγματοποιούμενες δραστηριότητες με τους συνανθρώπους μας σε ένα καθορισμένο κοινωνικό περιβάλλον. Οι αυθόρμητες γνώσεις (μη επεξεργασμένες) και οι μη αυθόρμητες (επιστημονικές) βρίσκονται σε συνεργασία και αλληλοτροφοδοτούνται.

Διαφορές Piaget / Vygotsky
P>Τονίζεται η σημασία της δράσης V>Τονίζεται η σημασία της γλώσσας
P> Τονίζεται ο ρόλος του παιδιού του ίδιου στην γνωστική του εξέλιξη V> Τονίζεται η διαμεσολάβηση στην καλλιέργεια του παιδιού
P> Τονίζεται η αλληλόδραση υποκειμένου /αντικειμένου V> Τονίζεται η αλληλόδραση παιδιού/ ωρίμου και αναδεικνύεται η ΖΕΑ (Ζώνη επικείμενης ανάπτυξης)
P> Δίνεται σημασία στην αυθόρμητη εξέλιξη και στον εποικοδομητισμό V>Δίνεται σημασία στο σχολείο, στη διδασκαλία και την εκπαίδευση

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Bigge (M.), 1999, Θεωρίες Μάθησης, Αθήνα, Πατάκης.
Γιαννακάκη Π., 1997, Ο Εκπαιδευτικός διαμεσολαβητής, οι σχέσεις του στο σχολείο της δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, Αθήνα, Κ. Α. Βασδέκη.
Γιαννακάκη Π.,2000, Σχολείο για όλους και για τον καθένα, Αθήνα, Σύγχρονη Εκπαίδευση.
Ματσαγγούρας Η.,1997, Στρατηγικές της διδασκαλίας, Αθήνα, Gutemberg.
Ματσαγγούρας Η.,1998, Θεωρία της διδασκαλίας, Αθήνα, Gutemberg.
Φλουρής Γ., 1984, Η αρχιτεκτονική της διδασκαλίας και η διαδικασία της μάθησης, Αθήνα, Γρηγόρης.
Φράγκος Χ., 1973, Εφαρμογή της Μαιευτικής του Σωκράτη σε παιδιά, Ιωάννινα.
Φράγκος Χ., 1977, Ψυχοπαιδαγωγική, Αθήνα, Παπαζήση.
Vygotsky L, 1988, Σκέψη και Γλώσσα, Αθήνα, Γνώση.
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ...