Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χοντολίδου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χοντολίδου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

25 Νοε 2011

Η λογοτεχνία ως πολιτισμική και διαπολιτισμική αγωγή

Των Βενετίας Αποστολίδου, Γρηγόρη Πασχαλίδη, Ελένης Χοντολίδου

Εσισήγηση στη διημερίδα Ομοιότητες & διαφορές: αναζητώντας νεόυς δρόμους στης
εκπαίδευση, Κομοτηνή, 29 & 30 Νοεμβρίου 2002, στο πλαίσιο του ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ
ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΠΑΙΔΩΝ 2002-2004, ΔΡΑΣΗ 2.5 Δημιουργία
«εναλλακτικού» εκπαιδευτικού υλικού για το μάθημα της λογοτεχνίας Α΄ και Β΄ Γυμνασίου.

Η διδασκαλία της λογοτεχνίας στο πλαίσιο του Προγράμματος Εκπαίδευση Μουσουλμανοπαίδων 2002–2004 συνιστά μια κοινωνική και παιδαγωγική πρόκληση. Ποιά μπορεί να είναι η θέση του μαθήματος της λογοτεχνίας στο διδακτικό πρόγραμμα των Γυμνασίων της Θράκης; Σε μια εποχή όπου το μάθημα της λογοτεχνίας τείνει να έχει μια μάλλον περιφερειακή, έκκεντρη θέση μέσα στο όλο και περισσότεροπροσανατολιζόμενο στις επιστήμες και στην τεχνολογία σύγχρονο σχολείο, η διδασκαλία του στους μειονοτικούς μαθητές, με δεδομένη την ατελή γνώση τους της ελληνικής γλώσσας αλλά και την πολιτισμική διαφορά τους, μοιάζει να το καθιστά ακόμα πιο περιθωριακό, σχεδόν οριακό, όσον αφορά είτε στη σκοπιμότητα είτε στην ίδια τη βιωσιμότητά του.

Για να διαβάσετε ολόκληρη την εισήγηση, πατήστε εδώ

Πηγή:
http://repository.edulll.gr/edulll/handle/10795/319


Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ...

8 Μαΐ 2011

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΜΜΑΤΟΣΥΝΗ: Η ΕΠΑΝΑΤΡΟΦΟΔΟΤΗΣΗ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΣΤΑ ΓΡΑΠΤΑ ΤΟΥΣ ΚΕΙΜΕΝΑ

Της Ελένης Χοντολίδου (Τομέας Παιδαγωγικής της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ.)

Πηγή Ανάκτησης:
http://users.auth.gr/~hodol/index.htm
Το πλήρες κείμενο εδώ

Στο δεύτερο τεύχος του βιβλίου διδασκαλίας της γλώσσας Η γλώσσα μου της τετάρτης Δημοτικού, υπάρχει η ενότητα «Μέσα στη σπηλιά», ένα ανυπόγραφο κείμενο, προφανώς φτιαγμένο από τους συντάκτες του τόμου. Εάν ήθελε να εντάξει κανείς το κείμενο αυτό σε κάποιο είδος λόγου (genre), φαντάζομαι πως με ευκολία θα το ενέτασσε σε εκείνη την κατηγορία των ψευδο-λογοτεχνικών και ψευδο-επιστημονικών ή πληροφορικών κειμένων τα οποία, για κάποιο λόγο, το σχολείο θεωρεί πως συνιστούν ένα καλό υπόδειγμα κειμένου για σχολική χρήση. Τα υβριδικά αυτά κείμενα δεν είναι λογοτεχνικά κείμενα (συνήθως όμως -και το συγκεκριμένο δεν αποτελεί εξαίρεση- έχουν κάποιες λογοτεχνικές αξιώσεις καθώς η μυθοπλασία είναι παρούσα και τα ‘καλολογικά’ στοιχεία έντονα) αλλά ούτε και επιστημονικά και, υπ’ αυτήν την έννοια, δεν προάγουν και δεν υπηρετούν κανένα κειμενικό είδος με συνέπεια. Ας υποθέσουμε ότι δίνουν κάποιες πληροφορίες στα
παιδιά για το θέμα που πραγματεύονται...


Η συνέχεια εδώ
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ...

30 Μαρ 2011

Παγκοσμιοποίηση και εκπαίδευση: ο μύθος της αποδυνάμωσης των εθνικών κρατών και ο ρόλος τους στα εθνικά εκπαιδευτικά συστήματα

Των Μιχάλη Μπαρτσίδη και Ελένης Χοντολίδου
από τα πρακτικά του Ί Διεθνούς Παιδαγωγικού Συνεδρείου, Ναύπλιο 2001, με θέμα "Ελληνική Παιδεία και Παγκοσμιοποίηση", που διοργανώθηκε από την Παιδαγωγική Εταιρεία Ελλάδος

  Στην εισήγησή μας εξετάζουμε κατ’ αρχήν το λόγο (discourse) που παράγεται στο πλαίσιο των θεωριών για την παγκοσμιοποίηση σχετικά με την αδυναμία του κράτους και, αφού δείξουμε (χρησιμοποιώντας θεωρητικά σχήματα που προέρχονται και συγκροτούν άλλους λόγους)[1] πως η θέση περί αδυναμίας του κράτους είναι μη-ορθή, θα επιχειρήσουμε να εφαρμόσουμε τα συμπεράσματά μας στο πεδίο της εκπαίδευσης. Η σημερινή συγκυρία στα εκπαιδευτικά πράγματα (αποδυνάμωση του Γενικού Λυκείου, μαζικοποίηση των Πανεπιστημίων και των μεταπτυχιακών σπουδών, λειτουργία ευρωπαϊκών Προγραμμάτων, κατάρτιση), κάθε άλλο παρά αδύναμο εμφανίζει το ελληνικό κράτος.

   Η συζήτηση για την αποδυνάμωση του κράτους στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης
 Ο επιστημονικός λόγος για την αποδυνάμωση του κράτους στο πλαίσιο των μαρξιστικών προσεγγίσεων είναι παλιότερος από το δημοσιογραφικό λόγο για το ζήτημα αυτό, τουλάχιστον κατά μία εικοσαετία. Στη σημερινή όμως εποχή η συζήτηση για την αποδυνάμωση του κράτους έχει αποκτήσει μεγάλο πολιτικό ενδιαφέρον, καθώς οι προεκτάσεις της ‘αποδυνάμωσης’ αυτής εξυπηρετούν αυτά τα ίδια δήθεν αποδυναμωμένα συμφέροντα του εθνικού κράτους, όπως θα δείξουμε παρακάτω...



  Η αποδυνάμωση νοείται ως αποτέλεσμα οικονομικών διαδικασιών, οι οποίες εξελίσσονται σε παγκόσμιο επίπεδο και δεν υπόκεινται στον έλεγχο των εθνικών κρατών. Νοείται, επίσης, σε συσχετισμό με τον περιορισμό των κοινωνικών δικαιωμάτων, καθώς το κράτος αδυνατεί να ρυθμίσει τις συγκρούσεις. Εξαιτίας αυτού θεωρείται ότι προκύπτει ως αποτέλεσμα η «διάρρηξη της ενότητας της εξουσίας, η αυτονόμηση του πολιτικού επιπέδου από την ενότητα της εξουσίας και της ταξικής κυριαρχίας και η ανάδειξη του ζητήματος της κυριαρχίας μέσω μιας νομικής αντίληψης του Κράτους» (Μπαρτσίδης 2001: 45).
  Οι υποστηρικτές της αποδυνάμωσης του κράτους όχι μόνο θεωρούν την αποδυνάμωση του κράτους γεγονός, αλλά κατά την άποψή τους η αποδυνάμωση αυτή καθιστά αναγκαία τη σύναψη ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου. Τα κεντρικά επιχειρήματα της άποψης αυτής είναι ότι σήμερα ο βαθμός αλληλεξάρτησης μεταξύ των οικονομιών και, κατά συνέπεια, μεταξύ των κρατών είναι τόσο μεγάλος ώστε πρέπει να θεωρούμε ότι μπήκαμε σε μια νέα ιστορική φάση. Επιπλέον, η αλλαγή στο μοντέλο των διεθνών σχέσεων (μεταδιπολική εποχή) και οι νέες τεχνολογίες θεωρείται ότι ορίζουν ένα νέο μοντέλο παγκόσμιας συσσώρευσης και επικοινωνίας.
Ο Πουλαντζάς θεωρεί ότι το εθνικό κράτος εξακολουθεί να διατηρεί τη σημασία του. Οι αλλαγές του κράτους δεν οφείλονται άμεσα σε εξωτερικούς παράγοντες, οι οποίοι επιδρούν ούτως ή άλλως στο κάθε εθνικό κράτος μόνον εσωτερικευμένοι στους κόλπους του, μόνον ενταγμένοι στις δικές του μεταβολές (Πουλαντζάς 1982: 345).
  Αυτό καθόλου δε σημαίνει ότι υποβαθμίζεται το ζήτημα της διεθνοποίησης, η οποία βεβαίως επηρεάζει πολιτικά και θεσμικά τα κράτη. αντίθετα, για τον Πουλαντζά σημαίνει ότι οι μεταβολές που υφίσταται το κράτος δε συνιστούν αποδυνάμωση αλλά μετασχηματισμό στις μορφές και τις λειτουργίες του. Στο μετασχηματισμό αυτό η οικονομική λειτουργία του κράτους δε διαχωρίζεται από τη συνάρθρωσή του με τη διατήρηση της ταξικής πολιτικής κυριαρχίας και της κοινωνικής συνοχής προκειμένου να μεταφερθεί σε έναν υπερκείμενο μηχανισμό (Jessop 1999). αντίθετα, ακριβώς επειδή για το μετασχηματισμό αυτό είναι απαραίτητη η κοινωνική συναίνεση και συνοχή, το κράτος περισσότερο παρά ποτέ ελέγχει (ή επιχειρεί να ελέγξει) την παρέμβαση των λαϊκών τάξεων και τους αγώνες τους.
  Υπό το πρίσμα της μαρξιστικής θεωρίας, το κράτος αποτελεί τον εκπρόσωπο του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου και οργανώνει την προώθηση των στρατηγικών του συμφερόντων, που δεν είναι άλλα από την ενίσχυση του κεφαλαίου στο εσωτερικό και την αναβάθμισή του στο διεθνή ανταγωνισμό. Η παραίτηση των κρατών στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την άσκηση εθνικής νομισματικής πολιτικής συνεπάγεται σκληρότερες θέσεις στο εσωτερικό του, θέσεις που με έναν πολύ ενδιαφέροντα τρόπο ‘φυσικοποιούνται’ και παρουσιάζονται ως μονόδρομος. Το κράτος κάθε άλλο παρά αποδυναμώνεται την εποχή της παγκοσμιοποίσης. αντίθετα, επιχειρεί την ενίσχυση και ενδυνάμωση του στρατηγικού του ρόλου. Παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς και τις ενδεχόμενες ικανοποιητικές φαντασιώσεις περί εξαφάνισης των εθνικών κρατών, δε φαίνεται να είμαστε κοντά στην εποχή της ιστορικής τους κατάργησης. Τα εθνικά κράτη σήμερα συνεχίζουν να είναι απαραίτητα για αυτήν ακριβώς την ολοκλήρωση (η οποία υποτίθεται ότι τα καταργεί) εξαιτίας των διαφορετικών επιπέδων ανάπτυξης, των διαφορετικών ιστορικών και πολιτισμικών συνθηκών συγκρότησης και αυτού που η Παιδαγωγική ονόμαζε παλιότερα ‘εθνικό χαρακτήρα’ και που σήμερα αντιλαμβανόμαστε ως πολιτισμικές διαφορές που υφίστανται λόγω ιστορικών και οικονομικών διαφορών.
  Η θεωρητικός Linda Weiss (1998: 4–10, 14–38, 188–212) επιχειρώντας να αντικρούσει τις αντιλήψεις περί αδύναμου κράτους, χρησιμοποιεί τα ευρήματα συγκριτικής μελέτης χαρακτηριστικών περιπτώσεων χωρών που εντάσονται σε ολοκληρώσεις, όχι αναγκαστικά μόνο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η βασική της θέση είναι πως στη διαδικασία αυτής της ολοκλήρωσης τα κράτη δεν εφαρμόζουν την ίδια πολιτική αλλά υιοθετούν τις δικές τους προσεγγίσεις. Η θέση αυτή καταρρίπτει τη φυσικοποίηση του μονόδρομου και την αυτονόητη διαδικασία ανάπτυξης για την οποία τόσος λίγος ουσιαστικός λόγος παράγεται από φιλελεύθερους πολιτικούς και δημοσιογράφους. Αυτό που είναι σήμερα τα εθνικά κράτη δεν είναι άλλο παρά το κράτος με τη νέα του μορφή, η οποία προκύπτει ως απόκριση στις νέες συνθήκες-ερέθισμα. Παρά τα όσα ισχυρίζονται οι φιλελεύθεροι διανοητές, τα κράτη ενισχύονται όταν συμμετέχουν σε μια ολοκλήρωση στην οποία, βεβαίως, υπάρχει πάντοτε μια ιεραρχία ισχύος. Η Weiss υποστηρίζει ακόμη πως σε αυτήν την κατάταξη ιεραρχίας τα κράτη εμφανίζονται ως ‘μαμές’ ή ‘καταλύτες’[2] της διεθνοποίησης. Προκειμένου να συμμετάσχουν στη διαδικασία διεθνοποίησης, τα κράτη ισχυροποιούνται ακόμη περισσότερο στο εσωτερικό τους. Εάν δεν καταφέρουν να το επιτύχουν αυτό, τότε αντιμετωπίζουν εσωτερικές διαδικασίες κρίσης ή/και περιορισμού της κρατικής κυριαρχίας ή ακόμη και κατάρρευσης της κρατικής μορφής. Η άποψη της Weiss μάς είναι είναι πολύ χρήσιμη καθώς μπορεί να γονιμοποιήσει και το πεδίο εξέτασης της εκπαίδευσης αλλά και εκείνο κάθε άλλου θεσμού. Οι θεσμοί δεν είναι πάντοτε οι ίδιοι. μετασχηματίζονται και αλλάζουν προκειμένου να εκφράσουν και να αντανακλάσουν τις ευρύτερες κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές. Αυτό όμως κάθε άλλο παρά ότι καταργούνται σημαίνει.
  Ποιο είναι το όφελος όμως που προκύπτει από την υιοθέτηση των απόψεων περί αδυναμίας του κράτους; Είναι αφ’ ενός η ισχυροποίηση της φυσικοποίησης των πολιτικών επιλογών στις οποίες αναφερθήκαμε προηγουμένως, και η δικαιολόγηση της παραγνώρισης των κοινωνικών δικαιωμάτων αφ’ ετέρου. Ο ισχυρισμός όμως για τον περιορισμό των κοινωνικών δικαιωμάτων μπορεί να αμφισβητηθεί εμπειρικά αλλά και συμβολικά, κυρίως για τη σημασία του. Το κοινωνικό κράτος δεν είναι αναγκαίο να καταργηθεί. Οι ποικιλίες και οι διαφορές που παρατηρούνται στις διάφορες χώρες ως προς αυτό εξαρτώνται, ανάλογα με την περίπτωση, από τον εσωτερικό συσχετισμό δυνάμεων, δηλαδή από τη μείωση της ισχύος του εργατικού κινήματος που καθιστούσε τα κοινωνικά δικαιώματα πιο ‘πραγματικά’. Άλλωστε, ο κατάλογος των κοινωνικών δικαιωμάτων ως τυπικών πολιτικών δικαιωμάτων δεν περιορίζεται αλλά επεκτείνεται σε νέες κατηγορίες (γυναίκες, κοινωνικές και σεξουαλικές μειονότητες κ.λπ.). Από τη σκοπιά αυτή δεν μπορεί να αποκλειστεί νέα αλλαγή στο συσχετισμό και περαιτέρω αναγνώριση δικαιωμάτων.
  Στη νέα τάξη πραγμάτων οι αλλαγές που παρατηρούνται σχετίζονται με τους εκάστοτε νέους μετασχηματισμούς του κράτους καθώς αντιπροσωπευτικοί θεσμοί (όπως τα κόμματα) συνυπάρχουν με άλλους κρατικούς μηχανισμούς (λ.χ. Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας, εκπαίδευση), οι οποίοι αναλαμβάνουν, επίσης, λειτουργίες αντιπροσώπευσης. Αυτές οι προσαρμογές του συμβάλλουν ακριβώς στη διατήρηση της ενότητας της κυριαρχίας.
  Με τον τρόπο αυτόν, η διπλή ‘αδυναμία του παντοδύναμου’, από τη μια του κράτους και από την άλλη των μαζών, δεν ισχύει ως προς το ένα σκέλος της. Το κράτος διατηρεί την ισχύ του. Αυτή η αδυναμία ισχύει ως φαντασιακή διότι όντως οι μάζες αντιλαμβάνονται το κράτος τους ως αδύναμο μπροστά στην παγκοσμιοποίηση, πράγμα που ενισχύεται από το γεγονός ότι το ίδιο το κράτος παράγει λόγο για αυτή την ‘αδυναμία’ του. Και αυτό, ως γνωστόν, έχει πραγματικά αποτελέσματα, επιβεβαιώνοντας απλώς την πραγματικότητα του φαντασιακού ή την υλικότητα των ιδεολογιών.
  Ο λόγος περί αδύναμου κράτους βοηθά στην ομαλή σύλληψη της μετάβασης από τη διαιρετική πραγματικότητα της ταξικής πάλης και των αποτελεσμάτων της στην ενοποιητική πραγματικότητα ενός κοινού συμφέροντος στο διεθνή ανταγωνισμό. Η μετάθεση αυτή αποτελεί μια κρίσιμη στιγμή στη διαδικασία συγκρότησης της ηγεμονίας (των κυρίαρχων τάξεων), η οποία θεωρείται από πολλούς ότι βρίσκεται σε κρίση. Το έθνος-κράτος παρουσιάζεται σε αντικειμενικές συνθήκες να επιδιώκει με τα διαθέσιμα μέσα την πραγματοποίηση των εθνικών συμφερόντων. Διαθέτουμε αρκετά παραδείγματα τον τελευταίο καιρό στην Ελλάδα όπου οι λόγοι περί αδυναμίας μετατρέπονται, κάτω από τις πρακτικές τους αντιφάσεις, σε λόγο για τη μη δυνατότητα της πολιτικής.

  Ο ρόλος των μη-αποδυναμωμένων εθνικών κρατών στα εθνικά εκπαιδευτικά συστήματα: το ελληνικό παράδειγμα
  Εκτός από την προβληματική που μόλις εκθέσαμε θα θέλαμε να τονίσουμε και κάτι ακόμη: η παγκοσμιοποίηση είναι μια λέξη passe-partout, στην ουσία μια λέξη μη–κλειδί καθώς είναι χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο και, πολλές φορές, χρησιμοποιείται με διαφορετικό τρόπο από διαφορετικούς λόγους και συγγραφείς. Εάν λ.χ. η παγκοσμιοποίηση νοηθεί ως η πραγματοποίηση του παγκόσμιου χωριού, ελέγχεται ως μη υπάρχουσα. Στην πραγματικότητα, η παγκοσμιοποίηση αφορά μόνο στις ανεπτυγμένες χώρες του δυτικού κόσμου. μάλιστα, στον εκπαιδευτικό τομέα, στις αλλαγές που πραγματοποιούνται πρωταγωνιστούν κυρίως οι αγγλοσαξωνικές χώρες (ΗΠΑ, Μεγάλη Βρετανία, Καναδάς, Αυστραλία) και ακολουθούν οι υπόλοιπες χώρες με αισθητή διαφορά (Σιάνου 2000).
  Στο πλαίσιο της ανάπτυξης της χώρας και των πρόσφατων εξελίξεων, πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα μία σειρά αλλαγών στον εκπαιδευτικό τομέα[3], αλλαγές που συγκλίνουν προς ένα κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο (βλ. έγγραφο–πρόταση πρυτάνεων τριών Πανεπιστημίων της χώρας οι οποίοι και ζητούν την τοποθέτηση των Τμημάτων για την ενιαιοποίηση των πτυχίων των ελληνικών πανεπιστημίων με αυτά της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Το πλαίσιο εντός του οποίου συμβαίνουν οι αλλαγές αυτές είναι η πλήρης ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα τελευταία μέτρα στο χώρο της εκπαίδευσης αφορούν αφ’ ενός στην αποδυνάμωση του Γενικού Λυκείου και στην κατάργηση του Ενιαίου Πολυκλαδικού Λυκείου καθώς και την παράλληλη κατάργηση των επαγγελματικών Λυκείων και αφ’ ετέρου στη μετάθεση της ευθύνης για επαγγελματική κατάρτιση κυρίως σε ιδιώτες (ΙΕΚ και βιομηχανία)[4]. Το πρώτο μέτρο συνδυάστηκε με τη διαφημιζόμενη κατάργηση των εισαγωγικών εξετάσεων για τα πανεπιστήμια, καθώς η κάλυψη όλων των θέσεων των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων θα γίνεται εφεξής από τους αποφοίτους των Λυκείων –των δραματικά μικρότερων σε αριθμό Λυκείων, εννοείται, αφού από αυτό απομακρύνθηκαν μέσω των σκληρών και ανούσιων εξετάσεων οι ‘αδύναμοι’ μαθητές. Ταυτοχρόνως, παρατηρούμε μια έκρηξη στα Πανεπιστήμια και οδηγούμαστε σταθερά σε ένα μαζικό Πανεπιστήμιο εξαιτίας της σημερινής οικονομικής και τεχνολογικής αναδιάρθρωσης και των συνακόλουθων νέων επαγγελματικών προφίλ που αυτή η αναδιάρθρωση αναδεικνύει (Μηλιός 2000β). Η μαζικοποίηση αυτή συμβαδίζει με την υποβάθμιση των πτυχίων και τη βαθμιαία υποκατάστασή τους από τις μεταπτυχιακές και τις διδακτορικές σπουδές. Τόσο η αλλαγή της φυσιογνωμίας της Δευτεροβάθμιας και της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, όσο και η κατάρτιση φαίνεται κατ’ αρχήν να μη βρίσκονται υπό τον έλεγχο του Υπουργείου Παιδείας. Όμως οι μηχανισμοί ομογενοποίησης για τα Πανεπιστήμια και πιστοποίησης για τα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης είναι κρατικοί μηχανισμοί ελεγχόμενοι σε μικρότερο ή σε μεγαλύτερο βαθμό από το κράτος μέσω ευρωπαϊκών Προγραμμάτων και, γενικότερα, μέσω ευρωπαϊκών προδιαγραφών. Ο τρόπος υλοποίησής τους, διαφορετικός ενδεχομένως από αυτόν άλλων χωρών, εκφράζει το βαθμό ανάπτυξης της Ελλάδας, τις δυνατότητες της πολιτικής μηχανής, την υπάρχουσα κρατική δομή και, τέλος, τη διαθεσιμότητα ανθρώπινων πόρων σε ποσότητα αλλά και ποιότητα.
  Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μία προσπάθεια ενδυνάμωσης του ελεγκτικού μηχανισμού στο χώρο της εκπαίδευσης, ο οποίος θα εξασφαλίζει την ‘ποιότητα’ και την ‘αποτελεσματικότητα’ της εκπαίδευσης. Είναι σαφής η φιλελεύθερη κατεύθυνση των μέτρων αυτών και, τις περισσότερες φορές, ο λόγος που τα υποστηρίζει είναι ξεκάθαρα ο λόγος του φιλελευθερισμού (Μηλιός 1994, 2000α). Ο έλεγχος αυτός πραγματοποιείται (ή προτίθεται να πραγματοποιείται) μέσω της αξιολόγησης: στο επίπεδο των μαθητικών εξετάσεων, στο επίπεδο της πρόσληψης των εκπαιδευτικών με τις εξετάσεις του ΑΣΕΠ, στο επίπεδο της αξιολόγησής τους με τα πολυσυζητημένα μέτρα του Υπουργείου Παιδείας, αλλά και στο επίπεδο της αξιολόγησης της σχολικής μονάδας[5]. Αυτά ως προς τον έλεγχο της ποιότητας και την αξιολόγηση, τα μέτρα δηλαδή που αφορούν κυρίως σε ‘εξωτερική μεταρρύθμιση’[6]. Η εξωτερική μεταρρύθμιση πηγάζει από την ανάγκη της χώρας να ρυθμίσει τα εσωτερικά της εκπαιδευτικά πράγματα με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορεί να έχει αφ’ ενός συμβατότητα με τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και να καλύψει τις ανάγκες της σε επίπεδο παραγωγής στελεχών. Η ανάγκη αυτή, με τον τρόπο που εκφράζεται και υλοποιείται, κάθε άλλο παρά αδύναμο κράτος υποδηλώνει. Αντίθετα, υποδηλώνει ένα κράτος με συγκροτημένη στρατηγική και ισχυρή θέση στην παγκόσμια οικονομία.
  Ως προς τα μέτρα εσωτερικής μεταρρύθμισης που λαμβάνονται, θα σταθούμε στην εκ νέου συγκεντρωτική ρύθμιση των προγραμμάτων σπουδών και των νέων βιβλίων, «πολλαπλών»[7] σε κάποια γνωστικά αντικείμενα. Οι πρώτες παρατηρήσεις μας είναι πως τα μέτρα αυτά εντείνουν τον κρατικό έλεγχο σε όλο το φάσμα της εκπαιδευτικής διαδικασίας και ισχυροποιούν το συμβολικό έλεγχο και το νομιμοποιητικό ρόλο της. Το Υπουργείο Παιδείας συνεχίζει να είναι ο κεντρικός και συγκεντρωτικότατος ρυθμιστής ακόμη και της παραμικρότερης αλλαγής που συμβαίνει στο σχολείο. Τα προγράμματα σπουδών, τα βιβλία, τα σχολικά κτήρια, οι κανονισμοί, όλα τα επιμέρους συστατικά του συστήματος ‘σχολείο’ βρίσκονται υπό τον ασφυκτικό κλοιό του κράτους, ειδικότερα του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Ο αγώνας στο ελληνικό σχολείο σε επίπεδο εσωτερικό διεξάγεται ακόμη γύρω από το περιεχόμενο σπουδών. Η μέθοδος είναι ούτως ή άλλως μία και γνωστή, αυτή της απομνημόνευσης. Παρατηρείται και εδώ μια φυσικοποίηση: η ύλη είναι μεγάλη και πρέπει να καλυφθεί, οι εκπαιδευτικοί δε διδάσκουν τα μαθήματα της ειδικότητάς τους και άρα πρέπει να έχουν στα χέρια τους το κρατικό βιβλίο, τα σχολεία ασφυκτιούν με τους υπάρχοντες κανονισμούς, αλλά δεν υπάρχει χρόνος και κουράγιο για αλλαγές, και το μαθητικό κίνημα επί Υπουργείας Αρσένη είναι μια μακρινή ανάμνηση. Σε λίγα χρόνια, όλες οι αλλαγές που πραγματοποιούνται στις μέρες μας θα φαίνονται φυσικές και οι συγκεκριμένες λύσεις που επελέγησαν θα θεωρούνται ως οι μόνες δυνατές. Με αφορμή τις εξετάσεις του ΑΣΕΠ σημειώναμε:
«Δεν υπάρχει κανένας τρόπος επιλογής που να μην είναι ταξικός στη βάση του και δεν υπάρχει κανένας τρόπος επιλογής στο καπιταλιστικό σύστημα που να είναι παιδαγωγικά αιτιολογημένος. Ο προφανής λόγος επιλογής είναι ότι υπάρχει περισσότερη ζήτηση από ό,τι προσφορά εργασίας και αυτό είναι όλο. Οποιαδήποτε απόπειρα ‘παιδαγωγικοποίησης’ και επιστημονικοφανούς επένδυσης αυτής της αλήθειας δεν μπορεί να είναι πειστική (Χοντολίδου 2000).
  Η φυσικοποίηση, συνδυασμένη με παιδαγωγικού τύπου επιχειρήματα, λανθάνει της συζήτησης για την ενίσχυση των φιλελεύθερων επιλογών στην εκπαίδευση. Από την άλλη πλευρά, παρά το γεγονός της δραματικής αλλαγής του μαθητικού πληθυσμού και της ύπαρξης πλέον στις σχολικές τάξεις μιας πολυπολιτισμικής πραγματικότητας, ο συγκεντρωτικός ρόλος του Υπουργείου συνεχίζει να ισχυροποιεί την εθνική ταυτότητα του ελληνικού ορθόδοξου κράτους. Παρά το γεγονός ότι το σύγχρονο ελληνικό κράτος αποτελεί ένα στέρεα θεμελιωμένο σύστημα πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης, εξακολουθεί να αισθάνεται απειλούμενο από το ενδεχόμενο ενός πολιτισμικού πλουραλισμού στο εσωτερικό του και μοιάζει να φοβάται κάποιους αόριστους και, εν πολλοίς, για μας αόρατους κινδύνους. Επιμένει, έτσι, ιδίως στα ανθρωπιστικά μαθήματα, να κατευθύνει τους μαθητές προς έναν εθνοκεντρικό και χριστιανικό ορθόδοξο προσανατολισμό, αρνούμενο να αποδεχθεί την πολιτισμική ετερογένεια ως μοχλό και παράγοντα δυναμικής εξέλιξης και εμπλουτισμού του σχολικού προγράμματος.
  Η εκπαιδευτική πολιτική του ελληνικού κράτους τα τελευταία χρόνια είναι πολυσήμαντη και κάθε άλλο παρά αποδυναμωμένη εμφανίζεται. Οι αλλαγές, λοιπόν, που επιχειρούνται στην εκπαίδευση προσδιορίζονται από τις ιδιαίτερες αντιφάσεις της ελληνικής κοινωνίας. Αξιοποιώντας την ‘ευκαιρία’ της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης αποσκοπούν στην ανατροπή των κοινωνικών συσχετισμών και στη βελτίωση της διεθνούς θέσης του ελληνικού κεφαλαίου. Η εκπαιδευτική πολιτική αποτελεί έναν κρίσιμο μοχλό διαμόρφωσης των συνθηκών βαθύτερης εμπλοκής του κράτους στο διεθνές σύστημα και αποτυπώνει την ισχυροποιημένη θέση του. Πρόκειται για μια πολιτική στρατηγική, δηλαδή για μια επιλογή και όχι για έναν έξωθεν επιβαλλόμενο μονόδρομο. Επομένως, είναι δυνατό, και πρέπει, να τίθεται σε έμπρακτη αμφισβήτηση και κριτική, και το εθνικό Κράτος να αποτελεί, όπως πάντα, τον αποδέκτη αφού συνιστά τον τόπο επεξεργασίας και το φορέα υλοποίησης της εκπαιδευτικής πολιτικής.         Μόνο έτσι ανοίγεται η δυνατότητα της πολιτικής και η συζήτηση για την εκπαίδευση αποφεύγει τα αυτονόητα και τις ‘ξέρες’ αφ’ ενός μιας εθνικής ηθικής αφ’ ετέρου μιας εργαλειακής ορθολογικότητας, δυό όψεις του ίδιου νομίσματος. Νόμισμα, η αξία του οποίου περιέχει την καθολικότητα –ή αλλιώς παγκοσμιότητα– και που η μοναδική του εξαργύρωση δεν αναφέρεται στην καθολικότητα του εθνικού συμφέροντος.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Weiss, L. (1998). The myth of powerless state. Cambridge: Polity Press.
Μηλιός, Γιάννης (1994). «Από τη ‘στροφή στην τεχνική εκπαίδευση’ στη ‘γενίκευση της συνεχούς κατάρτισης’: καπιταλιστική αναδιάρθρωση και εκπαιδευτική διαδικασία», Θέσεις, 47, σσ. 25–47.
Μηλιός, Γιάννης (2000α). «Λόγος περί ‘παγκοσμιοποίησης’ και μαρξιστική Αριστερά», Θέσεις, 72, σσ. 11–23.
Μηλιός, Γιάννης (2000β). «Παγκοσμιοποίηση και εκπαίδευση», διάλεξη που διοργανώθηκε από το Σύλλογο Πτυχιούχων Παντείου Πανεπιστημίου, στις 19 Μαρτίου 2001.
Μπαρτσίδης, Μιχάλης (2001). «Αποδυνάμωση του κράτους και κυριαρχία», στο Εξουσία και κοινωνίες στη ‘μεταδιπολική’ εποχή, (Προβλήματα σοσιαλισμού, 6ο Πανελλήνιο Συνέδριο, Χανιά, 25–27 Αυγούστου 2000). Ιωάννινα: Τομέας Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, σσ. 45–61.
Πουλαντζάς, Νίκος (1982).Το Κράτος, η εξουσία και ο σοσιαλισμός. Αθήνα: Θεμέλιο.
Σιάνου, Ελένη (2001). «Παγκοσμιοποίηση, κράτος και εκπαιδευτική μεταρρύθμιση», στο Εξουσία και κοινωνίες στη ‘μεταδιπολική’ εποχή, (Προβλήματα σοσιαλισμού, 6ο Πανελλήνιο Συνέδριο, Χανιά, 25–27 Αυγούστου 2000). Ιωάννινα: Τομέας Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, σσ. 63–78.
Τερζής, Νίκος (1982). «Απόψεις για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση ΙΙ», Φιλόλογος, 28, σσ. 100–110.
Τζέσοπ, Μπ. «Η παγκοσμιοποίηση και το εθνικό κράτος στο έργο του Ν. Πουλαντζά», στη Βιβλιοθήκη της εφημερίδας Ελευθεροτυπία 29/10/1999
Χοντολίδου, Ελένη (2000). «Οι εξετάσεις του ΑΣΕΠ και μερικές αλήθειες σχετικά με αυτές», Αυγή, 9 Ιουλίου 2000.

Globalization and education: the myth of the powerlessness
of national states and their role in the national educational systems
Μihalis Bartsidis & Eleni Hodolidou
The issue of the powerlessness of the State is related to the procedures of globalization. It is conceived as a result of financial procedures which are in progress now and are beyond the control of national states. It is also perceived, in relation to the restriction of human (social) rights, as the decline of national sovereignty. Putting the myth of the powerlessness of the State aside, we examine its new forms and functions in its present phase of globalization. Thus, we can focus our discussion on the re-adjustment of available means for the collective action, aiming always at every national state, which constitutes the locus of processing and implementation of the ruling political strategies. We claim that this powerlessness, in terms of sovereignty of the people, is not a recent issue, but it has always been present. Contrary to relative arguments, the national state not only does not lose its power, but is indeed capable of managing this critique based on the fact that a national strategy is a strategy of unification of the given social formation for the furtherance of the supposed common goal as a national interest.
In this framework we examine the recent educational policy of the Greek State, whose intervention is far from weakening. The latest innovative measures, namely the reduction of students in Lyceum, the abolition of the Comprehensive and Professional Schools and the transfer of responsibility for the professional training to the public sector, the strengthening of the evaluation mechanism –as much on the level of student examinations as on the level of the employment of teachers, their evaluation and the evaluation of the schools–, new centralized regulations of the school curricula, intensify the state control across the whole spectrum of educational procedures and strengthen the symbolic control as well its legitimizing role. This role strengthens the national identity and despite the fact that the Greek State is a well-founded political and social system, it nonetheless feels threatened by the possibility of a multi-cultural pluralism. Therefore, it insists, mainly in the area of humanities, to steer students towards a nationalistic orientation, denying to accept cultural heterogeneity as a lever and a factor of a dynamic development and enrichment of the school curriculum.

[1] Για πληρέστερη εξέταση του ζητήματος, βλ. Μπαρτσίδης, Μιχάλης (2001). «Αποδυνάμωση του κράτους και κυριαρχία», στο Εξουσία και κοινωνίες στη ‘μεταδιπολική’ εποχή, (Προβλήματα σοσιαλισμού, 6ο Πανελλήνιο Συνέδριο, Χανιά, 25–27 Αυγούστου 2000). Ιωάννινα: Τομέας Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, σσ. 45–61. Το κείμενο αυτό υπήρξε η αφετηρία και ο σκελετός του παρόντος κειμένου.
[2] Στο παράδειγμα της Ελλάδας μπορούμε να δούμε τη χαρακτηριστική έως και πολύ ιδιόμορφη (σε επίπεδο εθνικών χαρακτηριστικών) εφαρμογή λ.χ. των κοινοτικών οδηγιών, τη διαχείριση κονδυλίων, ευρωπαϊκών Προγραμμάτων, κ.λπ.
[3] Αποφεύγουμε συνειδητά τον όρο μεταρρύθμιση γιατί –κατά την άποψή μας– έχει γίνει κατάχρησή του. Η μεταρρύθμιση, κατά την αντίληψή μας, νοείται ως κάτι συνολικότερο και δομικότερο από τη λήψη αποσπασματικών και επιμέρους μέτρων κάθε φορά που παρατηρείται αλλαγή κόμματος ή ακόμη και Υπουργού Παιδείας!
[4] Εξαίρεση στην κατάρτιση και επιμόρφωση αποτελούν η ‘κατάρτιση’ και επιμόρφωση των εκπαιδευτικών. Η πρώτη θα ρυθμιστεί με την ίδρυση οργανισμού από το Υπουργείο Παιδείας, ο οποίος και θα πιστοποιεί την ικανότητα Τμημάτων των Ελληνικών Πανεπιστημίων να πραγματοποιούν κατάρτιση, και η δεύτερη (επιμόρφωση) είναι ήδη στα χέρια Πανεπιστημιακών Τμημάτων μέσω των προγραμμάτων ΕΠΕΑΕΚ.
[5] Είναι ενδιαφέρον να μελετηθεί ο τρόπος που συζητήθηκε για πρώτη φορά μετά τη μεταπολίτευση στην Ελλάδα η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, με όλες τις υπαναχωρήσεις, τις καθυστερήσεις και τις αναβολές μέχρι ματαιώσεων, για να γίνει κατανοητή η ιδιομορφία της κάθε χώρας στον τρόπο που αυτή «ακολουθεί την παγκοσμιοποίηση».
[6] Για τη διαφοροποίηση μεταξύ εσωτερικής και εξωτερικής μεταρρύθμισης βλ. Τερζής 1982.
[7] Εν τέλει τα πολλαπλά βιβλία (λ.χ. στο μάθημα της Φυσικής) δεν είναι πολυφωνικά, ούτε και διακρίνονται από διαφορετικές επιστημολογικές προσεγγίσεις –όπως ήταν αναμενόμενο. είναι κείμενα που παιδαγωγικοποιούν με παρόμοιο (επιστημολογικό) τρόπο το περιεχόμενο των προγραμμάτων σπουδών που έχει αποφασιστεί από το Υπουργείο Παιδείας.

Πηγή Ανάρτησης:
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ...

22 Φεβ 2011

Ποια ιστολόγια (blogs) θεωρούνται επιστημονικά;

Με αφορμή την παρατήρηση της συμβούλου ΣΕΠ στην ΕΚΠ51 κας. Ελένης Χοντολίδου που αναφέρει στις οδηγίες της για τη σύνταξη των γραπτών εργασιών ότι
"δεν επιτρέπεται να παραπέμπουμε σε ιστολόγια που δεν είναι επιστημονικά (εκτός και εάν τα ερευνούμε)"


μου δημιουργήθηκε η απορία:

Ποια είναι επιστημονικά ιστολόγια;

Επειδή προφανώς λίγοι θα ήταν σε θέση να απαντήσουν επιστημονικά και τεκμηριωμένα στο συγκεκριμενο ερώτημα και επειδή οι αφορισμοί είναι ότι πιο εύκολο και βολικό έχει εφεύρει η "επιστημονική" κοινότητα δίνω μία πιθανή απάντηση στο ερώτημα από τον:
Tamás Beke, Our Lady Catholic Institute, Nagyasszonyunk Catholic Grammar School, Kalocsa,
Hungary, e-mail: bektomi@citromail.hu

στο:
The article has been written within the ‘Researches for the development of the education of the secondary and advanced Physics’ in University of Szeged, Faculty of Science and Informatics, Institute of Physics, Department of Experimental Physics. 




Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ...

21 Οκτ 2010

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΥΤΡΟΠΙΚΟΤΗΤΑΣ

Της Ελένης Χοντολίδου (Επίκουρη Καθηγήτρια στο Τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης)

Παρά το γεγονός ότι η θεωρία του Saussure, και ιδιαιτέρως η συμβολή της έννοιας της συγχρονίας προκάλεσε βαθιά τομή συνολικά στο χώρο των κοινωνικών επιστημών, αναιρώντας την πρωτοκαθεδρία της γραπτής γλώσσας, η τομή αυτή δεν επηρέασε ουσιαστικά τον τρόπο σκέψης μας. Στον δυτικό πολιτισμό, o γραπτός λόγος εξακολουθεί να έχει μια ιδιαίτερη ισχύ, παρόλο που κατά την καθημερινή μας επικοινωνία γράφουμε πολύ πιο σπάνια απ' ό,τι μιλούμε και απ' ό,τι ακούμε ή διαβάζουμε, προσπαθώντας να κατανοήσουμε το λόγο των άλλων. Ακόμη και στα "ακαδημαϊκότερα" επαγγέλματα, όπως λ.χ. του/της ερευνητή/τριας, ο χρόνος που καταναλώνουν τα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας στο να ακούν και να μιλούν είναι δυσανάλογα μεγαλύτερος από αυτόν που καταναλώνουν γράφοντας και διαβάζοντας.
Βεβαίως, γνωρίζουμε επίσης ότι δεν επικοινωνούμε μόνο με τη γλώσσα· ότι η επικοινωνία συντελείται με πολλούς σημειωτικούς τρόπους [modes], ο καθένας από τους οποίους επιτελεί έναν ειδικό και σημαντικό ρόλο. Για παράδειγμα, δεν είναι δυνατόν να αποτιμήσουμε την επικοινωνία του/της εκπαιδευτικού με τους/τις μαθητές/τριές του χωρίς να συνυπολογίσουμε, παράλληλα με τα λεγόμενά του/της, τη στάση του σώματος, τις χειρονομίες, την έκφραση του προσώπου, το χαμόγελό και την ποιότητά του, το σφίξιμο των χειλιών του/της, κ.ο.κ.
...

Στο σχολείο, όμως, αντικείμενο μελέτης αποτελεί μόνο το γλωσσικό σημειωτικό σύστημα. Μάλιστα, η πεποίθηση για τη σπουδαιότητα της γραπτής γλώσσας έναντι όλων των άλλων τρόπων επικοινωνίας και σημειωτικών συστημάτων αντανακλάται έντονα και στο σχεδιασμό των σχολικών εγχειριδίων. Αυτό που κυριαρχεί -τουλάχιστον στα σχολικά εγχειρίδια κάποιων μαθημάτων- είναι ο γραπτός λόγος. αυτός είναι το "πραγματικό θέμα" και ό,τι άλλο υπάρχει στο βιβλίο, λ.χ. φωτογραφίες, χάρτες, σχεδιαγράμματα κ.ο.κ., χρησιμοποιούνται για να εικονογραφήσουν και να υποστηρίξουν το περιεχόμενο του γραπτού κειμένου. Ο τρόπος όμως που είναι παρουσιασμένο το κείμενο δεν είναι ασήμαντος. Τι είδους φωτογραφίες έχουμε και πόσο χώρο καταλαμβάνουν σε σχέση με το κείμενο; Πόσο απλοϊκές ή πόσο σύνθετες είναι οι εικόνες και τα διαγράμματα; Τι είδους γραμματοσειρές χρησιμοποιούνται; Υπάρχουν τέτοιου είδους διαφορές μεταξύ των βιβλίων των γενικών και των τεχνικών σχολείων (στην περίπτωση της Ελλάδας μεταξύ Ενιαίου Λυκείου και Τεχνικών Επαγγελματικών Εκπαιδευτηρίων); Με δυο λόγια, η επιστήμη της επικοινωνίας στις μέρες μας στρέφει την προσοχή μας στα μέσα που όλοι/ες χρησιμοποιούμε όταν η γλώσσα δεν μας αρκεί γι ανα εκφραστούμε, ή δεν αρκεί μόνο αυτή· δηλαδή, στους κώδικες της μη γλωσσικής επικοινωνίας.
Eάν κοιτάξουμε γύρω μας, θα διαπιστώσουμε ότι η κυριαρχία του γραπτού λόγου αμφισβητείται όλο και περισσότερο όχι μόνο λόγω του ειδικού βάρους της τηλεόρασης, αλλά και λόγω της πλατιάς χρήσης της εικόνας στη διαφήμιση, στα σύμβολα κάθε είδους, στις νέες τεχνολογίες της επικοινωνίας. Στην αύξηση του ενδιαφέροντός μας για τα άλλα σημειωτικά μέσα συνέβαλαν και διάφοροι επιστημονικοί χώροι, όπως οι σύγχρονες θεωρίες της λογοτεχνίας, οι οποίες άλλαξαν την αντίληψή μας για το κείμενο, λογοτεχνικό και μη. Τα κείμενα σήμερα γνωρίζουμε πολύ καλά πως είναι πολύσημα και δεν αποτελούν τη φυλακή ενός και μόνον νοήματος. Η πολυσημία είναι, εν μέρει, αποτέλεσμα και της πολυτροπικότητας του κειμένου . Ως κείμενο σήμερα η γλωσσολογία, οι θεωρίες της λογοτεχνίας αλλά και η εκπαιδευτική γλωσσολογία θεωρούν μία σύνθετη ποικιλία κοινωνικών καταστάσεων ή συμβάντων: γραπτά κείμενα και αφίσες, video-clips και κινηματογραφικές ταινίες, σχολικά μαθήματα και πολιτικοί λόγοι, θεατρικές παραστάσεις ή θεατρικά δρώμενα κ.ά.
Όταν λοιπόν θέλουμε να μελετήσουμε και να αναλύσουμε ένα κείμενο σήμερα, δεν εστιάζουμε μόνον στα γλωσσικά του στοιχεία αλλά εξίσου και στα μη-γλωσσικά. Εδώ είναι που η έννοια της πολυτροπικότητας είναι πολλαπλώς χρήσιμη. Ο όρος χρησιμοποιείται όταν αναγνωρίσουμε ότι τα μηνύματα ενός κειμένου (λ.χ. σε σχολικό βιβλίο ή σε κινηματογραφική ταινία), ενός graffiti ή μιας διαφήμισης, τα οποία μπορούν να κατανοηθούν από τους φυσικούς του αποδέκτες , δομούνται με τη γλώσσα (γραπτή και προφορική), την εικόνα, τις κιναισθητικές πράξεις (χειρονομίες, κινήσεις, πόζες, χειρισμός αντικειμένων) κλπ. Κάθε κείμενο, λοιπόν, σύμφωνα με τη θεωρία της πολυτροπικότητας είναι ένα πολλαπλό σύστημα τρόπων. Λ.χ. το θεατρικό έργο ή μία όπερα είναι εξαιρετικά σύνθετα πολυτροπικά κείμενα (ακόμη και στην έντυπη εκδοχή τους, πολύ περισσότερο ως δρώμενα). Σε κάθε κείμενο ένας ή περισσότεροι τρόποι μπορούν να είναι οι κυρίαρχοι αλλά ακόμη και σε κείμενα που κατ' αρχήν φαίνεται να υπερισχύει ένας τρόπος έναντι άλλων, μία προσεκτικότερη μελέτη τους θα μας έδειχνε ότι και άλλοι τρόποι είναι εξίσου σημαντικοί .
Οι εισηγητές του όρου της πολυτροπικότητας (βλ. κυρίως Kress & van Leeuwen 1996) θεωρούν την πολυτροπικότητα όχι ένα επιπλέον στοιχείο που πρέπει να επισυναφθεί στην ανάλυση της επικοινωνίας, αλλά ως ουσιαστική και θεμελιώδη παράμετρο κάθε κειμένου. Παρά το γεγονός ότι στις κοινωνικές επιστήμες οι πιο εμπεριστατωμένες αναλύσεις που γίνονται εστιάζουν στον τρόπο που χρησιμοποιούμε τη γλώσσα προκειμένου να παραχθεί νόημα, ποτέ δεν νοηματοδοτούμε μόνο με τη γλώσσα. Ο λόγος, σχεδόν πάντοτε, αναπτύσσεται παράλληλα με άλλα σημειωτικά μέσα, όπως λ.χ. τις κινήσεις, και, κατά τον ίδιο τρόπο, το γράψιμο πάντοτε παρατάσσει οπτικά γραφολογικά και τυπογραφικά σημειωτικά μέσα. Oι καλές εκδόσεις των λογοτεχνικών βιβλίων, για παράδειγμα, αυτήν ακριβώς την παράμετρο χρησιμοποιούν: τον τύπο των γραμματοσειρών, το είδος του χαρτιού, τον γενικό τρόπο παρουσίασης των κειμένων (ένα ποίημα σε κάθε σελίδα).
Aντίστοιχα, εξετάζοντας τον τρόπο που επιλέγουν να εκδώσουν τα προγράμματά τους δύο θίασοι, λ.χ. ένας "εμπορικός" και ένας "ποιοτικός", δεν είναι μόνον τα καθαρά γλωσσικά μέρη (τα σημειώματα των σκηνοθετών/τριών, κ.ο.κ.) αυτά που δίνουν τον τόνο και το στίγμα της εμπορικότητας ή αντίστοιχα του ποιοτικού. O τύπος των φωτογραφιών (φωτογραφίες συνόλου του θιάσου ή των πρωταγωνιστών/τριών, έγχρωμες ή ασπρόμαυρες φωτογραφίες), ο τύπος της γραμματοσειράς, η ποιότητα του χαρτιού (οι εμπορικοί θίασοι προτιμούν τα πολυτελή χαρτιά, σε αντίθεση με τους ποιοτικούς που στρέφονται στα οικολογικά χαρτιά, κ.ο.κ.), η ύπαρξη και το προβάδισμα των διαφημίσεων, είναι μερικά από τα μη γλωσσικά σημειωτικά συστήματα που νοηματοδοτούν το θεατρικό πρόγραμμα και κατατάσσουν έναν θίασο στους εμπορικούς ή τους ποιοτικούς θιάσους. Αυτοί οι άλλοι τρόποι (εμφάνιση, lay out, είδος χαρτιού κ.ά.) δεν είναι δευτερεύοντες, ούτε παραπληρωματικοί. Συντελούν όλοι μαζί στην πολυτροπικότητα του κειμένου, η οποία, με τη σειρά της, οδηγεί στην πρόσληψη του κειμένου και στην απόλαυση του/της αναγνώστη/τριας.
Ο τρόπος, ή μάλλον οι τρόποι, με τους οποίους τα διάφορα σημειωτικά μέσα (λόγος και γραφή, εικόνες και πράξεις) συμβάλλουν στις λειτουργίες της ρητορικής (του τρόπου δηλαδή με τον οποίο συγκροτείται ο λόγος σε κάθε κειμενικό είδος) είναι ακόμη προς διερεύνηση. Ωστόσο, ενώ σε θεωρητικό επίπεδο η πολυτροπικότητα έχει νόημα, η ανάλυση πολυτροπικών κειμένων δεν είναι ανεπτυγμένη ακόμη, καθώς τα μεθοδολογικά εργαλεία και οι πόροι που απαιτούνται (τεχνολογικά μέσα μεταγραφής των πολυτροπικών κειμένων, όπως μηχανή λήψης, video), δεν είναι διαθέσιμοι με την ίδια ευκολία που είναι διαθέσιμοι για τα μη πολυτροπικά κείμενα.
Σε τι μας είναι χρήσιμη η έννοια της πολυτροπικότητας στο σχολείο; Το ζήτημα μπορεί να ιδωθεί από δύο πλευρές: στο σχολείο διδάσκονται πλέον διαρκώς, ούτως ή άλλως, πολυτροπικά "κείμενα": προσεγγίζονται και παράγονται λογοτεχνικά κείμενα, διδάσκονται και παράγονται ζωγραφικά έργα, οι μαθητές/τριες δραματοποιούν, οι καθηγητές/τριες διδάσκουν. Από την άλλη, το σχολείο θα όφειλε να ανοίξει τους ορίζοντές του στη συστηματική πλέον διδασκαλία και ανάλυση των πολυτροπικών κειμένων, προετοιμάζοντας έτσι τους/τις μαθητές/τριες του να χειρίζονται ικανοποιητικά την πληθώρα των πολυτροπικών κειμένων που τους περιβάλλει (Tύπος, τηλεόραση, teletext, βιντεοκλίπ, Internet κ.λπ). Μία συστηματική μελέτη και κατανόηση της πολυτροπικότητας αυτών των σχολικών πολυτροπικών "κειμένων" (από σχολικά βιβλία και κινηματογραφικές ταινίες μέχρι τις εργασίες των μαθητών/τριών) θα καθιστούσε τόσο τους/τις εκπαιδευτικούς όσο και τους/τις μαθητές/τριες συνειδητότερους/ες στην επικοινωνία μεταξύ τους (αλλά και με τους άλλους) και θα τους διευκόλυνε στην πρόσληψη και αποκωδικοποίηση της πραγματικότητας που βιώνουν. Κατά συνέπεια, θα έκανε την εκπαίδευση πιο ουσιαστική.

Πηγή Ανάκτησης:
netschoolbook
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ...

10 Οκτ 2010

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΕΚΠ51 ΤΟΥ ΕΑΠ

Η βιβλιογραφία που παρατίθεται εστάλη από την καθηγήτρια σύμβουλο του ΕΑΠ στην ΕΚΠ51 κα. Ελένη Χοντολίδου

H έρευνα στην Παιδαγωγική. Τυπολογία, μοντέλα, μέθοδοι έρευνας, τεχνικές συλλογής δεδομένων. H σημασία των Παιδαγωγικών ερευνών στο ‘πεδίο’. Ο κοινωνικός ρόλος της επιστήμης.

ελληνόγλωσση βιβλιογραφία
Αρόν, Ραϋμόν (1984). Η εξέλιξη της Κοινωνιολογικής σκέψης. τομ. Β΄ (Durkheim, Pareto, Weber)/μτφρ. Μπάμπης Λυκούδης. Αθήνα: Γνώση, 1984.
Γέμπτος, Πέτρος Α. (19852). Μεθοδολογία των Κοινωνικών Επιστημών: μεταθεωρία και ιδεολογική κριτική των Επιστημών του Ανθρώπου. τομ Α΄. Αθήνα: Παπαζήση.
Γκότοβος, Θανάσης (1983). «Η ποιοτική έρευνα στις Επιστήμες της Αγωγής: μεθοδολογικές προϋποθέσεις για την εμπειρική προσέγγιση της εκπαιδευτικής πραγματικότητας», Δωδώνη, ΕΕΦΣ Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, τομ. 12, Ιωάννινα, 199-234...

(1986). «Κλειστές ερευνητικές τεχνικές και εκπαιδευτική πραγματικότητα», Σύγχρονη Εκπαίδευση, 29, 82-87.
Δαγδιλέλης, Βασίλης & Ελένη Χοντολίδου «Η απουσία της ερμηνείας στις ελληνικές παιδαγωγικές έρευνες και η μονοκρατορία του ποσοτικού παραδείγματος: ένα ερώτημα επιστημολογικής νομιμότητας», στα Πρακτικά του 2ου Πανελληνίου Συνεδρίου (Αθήνα 2000). Ελληνική Παιδαγωγική και εκπαιδευτική έρευνα, τόμ. Β΄, 25-45.
Κάλφας, Βασίλης (1978). «Διαμόρφωση και εξέλιξη της Κριτικής Θεωρίας της Σχολής της Φραγκφούρτης», Πολίτης, 21, 70-78 και 22, 56-65.
Καλφόπουλος, Κώστας Θ. επιμ. (2003). Η ποιοτική παράδοση στις Κοινωνικές Επιστήμες. Αθήνα: Νήσος.
Κελπανίδης, Μιχάλης (1988). Εισαγωγή στη Μεθοδολογία της Παιδαγωγικής έρευνας. Θεσσαλονίκη: Α.Π.Θ., 1-29.
Μιχαλακόπουλος, Γεώργιος Σ. (1990). Κοινωνιολογία και Εκπαίδευση: προσεγγίσεις στην κοινωνιολογική διερεύνηση της εκπαίδευσης και της εκπαιδευτικής πράξης. Θεσσαλονίκη: Κυριακίδης, 1-50.
Ξωχέλλης, Π.Δ. (1985). «Διδακτική έρευνα: θεωρητικό πλαίσιο, στόχοι και μεθοδολογία, προβλήματα και προοπτικές», Παιδαγωγική Επιθεώρηση, 3, 57-72.

ξενόγλωσση βιβλιογραφία
Barton, Len & Stephen Walker (1984). Social Crisis and Educational Research. London: Croom Helm.
Brown, Andrew & Paul Dowling (1998). Doing research/reading research: a mode of interogation for Education. London: Falmer Press.
Bryman, Alan (1988). Quantity and Quality in Social Research. London: Unwin-Hyman.
Brewer, John & Albert Hunter (1989). Multimethod Research: a synthesis of styles. Newbury Park: Sage.
Burgess, Robert G. ed. (1982). Field Research: a source book and field manual. London: Allen and Unwin.
Cohen, Louis & Lawrence Manion (1980). Research Methods in Education. London: Croom Helm και στα ελληνικά: Cohen, Louis & Lawrence Manion (1980). Μεθοδολογία εκπαιδευτικής έρευνας/μτφρ. Χρυσούλα Μητσοπούλου & Μάνια Φιλοπούλου. Αθήνα: Έκφραση.
Giddens, Anthony (1989). Sociology. Cambridge: Polity Press, 659-716.
Glaser, B. & A. Strauss (1967). The Discovery of Grounded Theory Strategies for Qualitative Research. London: Weidenfeld and Nicholson.
Kirk, Jerome & Marc L. Miller (1986). Reliability and Validity in Qualitative Research. London: Sage.
Miles, Mathew B. & Michael A. Huberman (1984). Qualitative Data Analysis: a sourcebook of new methods. London: Sage.
Shipman, Marten (19812). The Limitations of Social Research. London: Longman.
Walker, Robert, ed. (1985). Applied Qualitative Research. Aldershot: Gower, 1985.
Wax, Rosaline (1971). Doing Fieldwork: warnings and advice. Chicago: The University of Chicago Press.

Aνάλυση περιεχομένου

Θεωρία
ελληνόγλωσση βιβλιογραφία
Μπονίδης, Κυριάκος & Ελένη Χοντολίδου (1997). «Έρευνα σχολικών εγχειριδίων: από την ποσοτική ανάλυση περιεχομένου σε ποιοτικές μεθόδους ανάλυσης-το παράδειγμα της Ελλάδας», Πρακτικά Ζ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Παιδαγωγικής Εταιρείας Ελλάδας, 188-224.
Πάλλα, Μαρία. «Η ανάλυση περιεχομένου», Φιλόλογος, 67, 1992, 45-54.

ξενόγλωσση βιβλιογραφία
Berelson, Bernard (1952). Content analysis in Communication Research. New York: Haffner Press.
Krippendorff, Klaus (1980). Content Analysis: an introduction to its methodology. Berverly Hills: Sage.
Rosengren, Karl Erik, ed. (1981). Advances in Content Analysis. Bereverly Hills: Sage.
Weber, Robert Philip (1985). Basic Content Analysis. Berverly Hills: Sage.


Εφαρμογές
ελληνόγλωσση βιβλιογραφία
Αχλης, Νίκος (1983). Οι γειτονικοί μας λαοί, Βούλγαροι και Τούρκοι στα σχολικά βιβλία Ιστορίας Γυμνασίου και Λυκείου. Θεσσαλονίκη: Κυριακίδης, 1983.
Αχλης, Νίκος & Λένα Λόππα-Γκουνταρούλη (1987). «Ο εκπαιδευτικός και το έργο του μέσα από τα Αναγνωστικά βιβλία του Δημοτικού Σχολείου», Σύγχρονη Εκπαίδευση, 34, 46-54.
Γεωργίου-Νίλσεν, Μ. (1980). Η οικογένεια στα αναγνωστικά του Δημοτικού. Αθήνα: Κέδρος.
Ζιώγου-Καραστεργίου, Σ. & B. Δεληγιάννη-Κουϊμτζή (1981). «Το στερεότυπο για τους ρόλους των φύλων στα αναγνωστικά του Δημοτικού Σχολείου», Φιλόλογο, 23, 282-295.
Κανταρτζή, Ευαγγελία (1991). Η εικόνα της γυναίκας: διαχρονική έρευνα των αναγνωστικών βιβλίων του Δημοτικού Σχολείου. Θεσσαλονίκη: Κυριακίδης.
Κανταρτζή, Ευαγγελία (1992). «Τα στερεότυπα για το ρόλο των δύο φύλων μέσα από τις εικόνες των αναγνωστικών», Σύγχρονη Εκπαίδευση, 62, 55-64.
Κουϊμτζή-Δεληγιάννη, Β. (1987). «Τα στερεότυπα για τους ρόλους των δύο φύλων στα εγχειρίδια του δημοτικού σχολείου ‘Η γλώσσα μου’», Φιλόλογος, 49, 229-248.
Λόππα-Γκουνταρούλη, Ελένη (1992). «Η γυναικεία παρουσία στα Κείμενα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Λυκείου», Νέα Παιδεία, 62, 55-73.
Ματσαγγούρας, Γ.Η. (1982). «Η επίδραση των (ελληνικών) Μαθηματικών βιβλίων στην εκπαίδευση των μαθητριών στα Μαθηματικά», Νέα Παιδεία, 22, 81-85.
Μαυρογιώργος, Γ. (1982). Η εγκυρότητα περιεχομένου των γραπτών εξετάσεων στο μάθημα της Ιστορίας. Ιωάννινα.
Μούτσιος, Σταύρος (1994). Το μάθημα της Μελέτης του Περιβάλλοντος στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση: περιγραφή και ανάλυση του προγράμματος διδασκαλίας/αδημοσίευτη μεταπτυχιακή εργασία. Θεσσαλονίκη.
Μπονίδης, Κυριάκος (1992). Η Διεθνής Εκπαίδευση στο γλωσσικό μάθημα του σύγχρονου ελληνικού Δημοτικού σχολείου: έρευνα σχολικών εγχειριδίων/αδημοσίευτη μεταπτυχιακή εργασία. Θεσσαλονίκη.
Μπονίδης, Κυριάκος (1998). Έρευνα των προδιαγραφών της διδασκαλίας στην ελληνική πρωτοβάθμια εκπαίδευση: Η ανάλυση των εν χρήσει σχολικών εγχειριδίων του γλωσσικού μαθήματος υπό το πρίσμα της Παιδαγωγικής της Ειρήνης, Διδακτορική Διατριβή. Θεσσαλονίκη.
Προσκόλλη, Αργυρώ (1990). «Ιδεολογικό περιεχόμενο των Αναγνωστικών του Δημοτικού Σχολείου όπως διαμορφώνεται μέσα από οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές απόψεις και αναφορές: ιδεολογικά πρωθύστερα σε ετεροχρονισμένα σχήματα», Σύγχρονη Εκπαίδευση, 50, 53-64.
Φραγκουδάκη, Αννα (1978). Τα Αναγνωστικά βιβλία του Δημοτικού Σχολείου: ιδεολογικός πειθαναγκασμός και παιδαγωγική βία. Αθήνα: Θεμέλιο.

ξενόγλωσση βιβλιογραφία
Freebody, Peter & Carolyn D. Baker (1985). “Children's first schoolbooks: introductions to the culture of literacy”, Harvard Educational Review, 55(4), 381-398.
Inglis, W.F.J. (1979). “A content analysis of ‘O’ Level papers on Imperial and Commonwealth History set by two GCE Examination Boards”, Educational Review, 31(1), 11-17.
Inglis, W.F.J. (1981). “A content analysis of ‘O’ and ‘A’ Level papers set by GCE Examination Boards”, Teaching History, 29, 20-22.

Discourse analysis (Ανάλυση λόγου)

Burgess, Robert G. (1982). “Multiple Strategies in Field Research”, στο Burgess, Robert G. Field Research: a Sourcebook and Field Manual. London: Allen & Unwin, 163-167.
Casas-Coulthard, Carmen Rosa & Malcolm Coulthard eds (1996). Texts and practices: readings in Critical Discourse Analysis. London: RKP.
Fairclough, Norman (1988). Language and Power. London: Longman.
--- (1992). Discourse and Social Change. Cambridge: Polity Press.
--- ed. (1992). Critical Language Awareness. London: Longman.
Foucault, Michel (1982). “The Subject and Power”, στο Dreyfous, Hubert & Paul Rabinow. Michel Foucault: beyond Structuralism and Hermeneutics. New York: Harvester Wheatsheaf.
Gee, James (1990). Social Linguistics and Literacies: Ideology in Discourses. London: Falmer.
Gergen, Kenneth J. (19942 /1982). Toward transformation of Social Knowledge. London: Sage.
Henriques, Julian et al. (1984). Changing the Subject: Psychology, Social Regulation and Subjectivity. London: Methuen.
Hodge, Robert & Gunther Kress (19932). Language as Ideology. London: RKP.
Kress, Gunther (1979). “The social values of speech and writing”, στο Fowler, Roger et al. Language and Control. London: RKP, 46-62.
--- (1985). “Ideological Structures in Discourse”, στο Van Dijk, T.A. Hanbook of Discourse Analysis, Vol. 4. London: Academic Press, 27-42.
--- (1988). “Language as Social Practice”, στο Kress, Gunther, ed, Communication and Culture. Kensington: New South Wales University Press, 79-129.
--- (1989). Linguistic processes in sociocultural practice. Oxford: Oxford University Press.
--- (1993). “Against arbitrariness: the social production of the sign as a foundational issue in critical discourse analysis”, Discourse and Society, 4(2), 169-191.
--- (1994). “Structures of Discourse and Structures of Explanation”, unpublished paper.
--- (1996). “Representational resources and the production of subjectivity: questions for the theoretical development of Critical Discourse Analysis in a multicultural society”, στο CasasCoulthard, Carmen Rosa & Malcolm Coulthard eds (1996). Texts and practices: readings in Critical Discourse Analysis. London: RKP, 15-31.
Moon, Brian (1992). Literary Terms: a Practical Glossary. London: English and Media Centre.
Redmond, P., Evans, P., Jreson, J. & K. Wedel (1988). “Comparing the Curriculum development process in special schools: a systemetic qualitative approach”, European Journal of Special Needs Education,
Sieber, Sam (1982). “The Integration of Fieldwork and Survey Methods”, στο Burgess, Robert G. Field Research: a Sourcebook and Field Manual.London: Allen & Unwin, 176-188.
Stubbs, Michael (1986). “Applied Discourse Analysis and Educational Lingusitics”, στο Stubbs, Michael. Educational Linguistics. New York: Basil Blackwell, 29-61.
Walker, Robert (1985). “An Introduction to Applied Qualitative Research”, στο Walker, Robert ed. Applied Qualitative Research. Aldrshot: Gower, 3-26.
Woolgar, Steve (1988). Knowledge and Reflection: new Frontiers in the Sociology of Knowledge. London: Sage.
--- (1988). Science: the Very Idea. London: RKP.

Η εθνογραφία στην Παιδαγωγική

ελληνόγλωσση βιβλιογραφία
Πηγιάκη, Πόπη (1988). Εθνογραφία: η μελέτη της ανθρώπινης διάστασης στην κοινωνική και παιδαγωγική έρευνα. Αθήνα: Γρηγόρης.
Σκουτέρη-Διδασκάλου, Νόρα (1979). «Η Ανθρωπολογία σε κρίση: σημεία καμπής και θεωρητικά αδιέξοδα», Πολίτης, 30, 20-35 και 31, 31-38.
--- (1998). «Υπό παρατήρησιν… κείμενα και υποκείμενα ανθρωπολογικών πρακτικών», στο Ανθρωπολογία και εθνογραφία. Δ. Γκέφου-Μαδιανού επιμ. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Χοντολίδου, Ελένη (1989). «Ανθρωπολογικήεθνογραφική προσέγγιση», στην Παιδαγωγική. Ψυχολογική Εγκυκλοπαίδεια. τομ. 1ος. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 498-500.

ξενόγλωσση βιβλιογραφία
Adelman, Clem (1981). Uttering, Muttering: collecting, using and reporting talk for social and educational research. London: Grant McIntyre.
Burgess, Robert G. (1984). In the Field: an introduction to the field research. London: George Allen & Unwin.
Burgess, Robert G. ed. (1982). Field Research: a source book and field manual. London: Allen and Unwin, sections 13.
Burgess, Robert G. ed. (1984). The Research Process in Educational Settings: ten case studies. London: Falmer Press.
Burgess, Robert G. ed. (1985). Field Methods in the Study of Education. London: Falmer Press.
Clifton, James A., ed. (1968). Introduction to Cultural Anthropology: essays in the scope and methods of the science of man. New York: Houghton Mifflin, 336-476.
Goodson, Ivor & Stephen Ball (1984). Defining the Curriculum: histories and ethnographies. London: Falmer Press.
Hammersley, Martyn (1990). Classroom Ethnography. Milton Keynes: The Open University Press.
Hammersley, Martyn ed. (1983). The Ethnography of Schooling. Drieffield: Nafferton.
Hammersley, Martyn & P. Atkinson (1983). Ethnography: principles and practice. London: Tavistock.
Hammersley, Martyn & Peter Woods (1976). The Process of Schooling: a sociological reader. London: RKP.
Hammersley, Martyn & Peter Woods eds (1984). Life in School: the Sociology of pupil culture. Milton Keynes: The Open University Press.
Hammersley, Martyn (1984). Ethnography: Methods and Data. Milton Keynes: The Open University Press.
Hammersley, Martyn (1990). Classroom Ethnography. Milton Keynes: The Open University Press.
Hammersley, Martyn, ed. (1983). The Ethnography of Schooling. Drieffield: Nafferton.
Harrington, Charles C. (1982). “Anthropology”, στο Mitzel, Harold, ed. (19825). Encyclopedia of Educational Research. London: Collier MacMillan, Vol. I, 132-137.
Musgrove, Frank (1982). Education and Anthropology: other cultures and the teacher. Chichester: John Wiley and sons.
Nicholson, Clara (1968). Anthropology and Education. Columbus: Charles E. Merill.
Poppleton, Pamela K. (1975). “The Classroom Setting as a Unit of Analysis in Observational Studies”, στο Chanan, Gabriel & Sara Delamont Frontiers of Classroom Research. NFER.
Robinson, Philip E. (1974). “An Ethnography of Classrooms”, Eggleston, John, ed. Contemporary Research in the Sociology of Education. London: Methuen, 251-266.
Rutter, M. et al. (1979). Fifteen Thousand Hours. Somerset: Open Books.
Smith, Louis M. (19825). “Ethnography”, στο Mitzel, Harold, ed. Encyclopedia of Educational Research. London: Collier MacMillan, Vol. II, 587-592.
Stubbs, M. & S. Delamont, eds (1976). Explorations in Classroom Observation. Chichester: Wiley.
Walden, R. & V. Walkerdine (1982). Girls and Maths: the early years. University of London Institute of Education/Bedford Way Papers.
Walker, Robert, ed. (1985). Applied Qualitative Research. Aldershot: Gower, 92-129.

Φωτογραφία και παιδαγωγική έρευνα

ελληνόγλωσση βιβλιογραφία
Barthes, Roland (1983). Ο φωτεινός θάλαμος: δοκίμιο για τη φωτογραφία/μτφρ. Γιάννης Κρητικός. Αθήνα: Ράππα.
Barthes, Roland (1998). Εικόνα-μουσική-κείμενο/μτφρ. Γιώργος Σπανός. Αθήνα: Πλέθρον.
Berger, John (1986). Η εικόνα και το βλέμμα/μτφρ. Ζαν Κονταράτου. Αθήνα: Οδυσσέας.
Κατσάγγελος, Γιώργος (1993) Η χειρονομία στη φωτογραφία: συναφή θέματα χώρου και δράσης. Αθήνα: Μωρεσόπουλος/Φωτογραφία.
Μεταξιώτης, Γιώργος (1997). Σημειολογία της φωτογραφίας: το παράδειγμα των διδακτικών εγχειριδίων. Αδημοσίευτη μεταπτυχιακή εργασία.
Πασχαλίδης, Γρηγόρης (1996). «Σημείων Αγωγής/Σημεία Αγωγής», Ελληνική Σημειωτική Εταιρία. Σημειωτική + Εκπαίδευση (επιμ. Σταύρος Καμαρούδης & Ελένη Χοντολίδου). Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής, 15-22.
Πηγιάκη, Πόπη (1988). Εθνογραφία: η μελέτη της ανθρώπινης διάστασης στην κοινωνική και παιδαγωγική έρευνα. Αθήνα: Γρηγόρης.
Ποτηρόπουλος, Πάρης (1998). Η φωτογραφία ως μαρτυρία. Αδημοσίευτη δευτερεύουσα μεταπτυχιακή εργασία.
Σκουτέρη-Διδασκάλου, Ελεονώρα (1993-94). «Φωτογραφίζοντας την προσφυγική Ελλάδα: μνήμη και ιστορία», Εντευκτήριο, 25, 85-92.
--- (1979). «Η Ανθρωπολογία σε κρίση: σημεία καμπής και θεωρητικά αδιέξοδα», Πολίτης, 30, 20-35 και 31, 31-38.
Sontag, Susan (1983). H αισθητική της σιωπής/μτφρ. Ηρακλής Παπαϊωάννου. Αθήνα: Νεφέλη.
Χεκίμογλου, Βαγγέλης & Βούλα Μαραγγίδη (1992). Πρόσωπα προσφύγων: από αρχεία και εφημερίδες της εποχής 1922-1924. Θεσσαλονίκη: Εθνική Τράπεζα.
Χοντολίδου, Ελένη (1989). «Ανθρωπολογική-εθνογραφική προσέγγιση», στην Παιδαγωγική. Ψυχολογική Εγκυκλοπαίδεια. τομ. 1ος. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 498-500.


ξενόγλωσση
Agee, James & Evans, Walker. Let us now praise famous men. London: Peter Owen, 1975.
Barthes, Roland (1980). Camera Lucida: reflections on photography/μτφρ. Richard Howard. London: Flamingo.
Barton, David et al. (s.a.). “Photographing literary practices”, Centre for Language in Social Life-Working Paper series, no. 41.
Berger, John (1972). Ways of seeing. Harmondsworth: British Broadcasting Corporation and Penguin Books.
--- (1978). “Ways of remembering”, Camerawork, 1-2.
--- (1980). About Looking. London: Writers and Readers.
Bourne, Richard & Brian MacArthur (1970). The Struggle for Education 1870-1970: a pictorial history of popular education and the National Union of Teachers. New York: Philosophical Library Inc.
Bourdieu, Pierre (1990[1965]). Photography: a middle-brow Art/μτφρ. Shaun Whiteside. Oxford: Polity Press.
Carter, Paul (1979). “Photography as social action”, Visual Education, November, 28-30.
Dennet, Terry & Jo Spence (1976-77). “Photography, Ideology and Education”, Screen Education, 21, 42-70.
Dewdney, Andrew & Martin Lister (1988). Youth, culture and photography. London: Macmillan Education.
Hockings, Paul, ed. (1975). Principles of Visual Anthropology. Hague: Mouton.
Hodge, Robert & Gunther Kress (1988). Social Semiotics. Oxford: Polity Press.
Kress, Gunther & Theo van Leeuwen (1990). Reading Images. Victoria: Deakin University.
--- (1996). Reading Images: the Grammar of Visual Design. London: RKP.
Kress, Gunther (1979). “The social values of speech and writing”, στο Fowler, Roger/Hodge, Bob/Kress, Gunther & Tony Trew. Language and Control. London: RKP, 46-62.
Marsden, Dennis (19822). Workless. London: Croom Helm.
Mohr, Jean (1978). “Ways of working”, Camerawork, July, 3.
Newmark, Victoria (1978). “Photography in teaching and leraning”, Visual Education, November 1978, 27-29.
Prosser, Jon (1992). “Personal Reflections on the use of photography in an ethnographic case study”, British Educational Research Journal, 18(4), 397-411.
Sanders, Noel (1988). “Angles on the Image”, στο Krees, Gunther, ed. Communication and Culture: an introduction. Kensington: New South Wales University Press, 131-154.
Tong, Diane (1992). “Photographier les Tsiganes”, Ètudes Tsiganes, 2, 25-30.
Wagner, Jon, ed. (1979). Images of information: still photography in the Social Sciences. Beverly Hills/London: Sage.
Walker, Rob & Clem Adelman (1975). A guide to classroom observation/photographs by Janine Wiedel. London: Methuen.
Walker, Rob & Janine Wiedel (1985). “Using Photographs in a Discipline of Words”, στο Burgess, Robert G. ed. Field Methods in the Study of Education. London: The Falmer Press.
Webster, Frank (1980). The New Photography: responsibility in visual communication. London: John Calder.

Μελέτη περίπτωσης (case study)-συνέντευξη

θεωρία
Adelman, Clem & Rob Walker (1975). “Developing Pictures for Other Frames: action research and case study” Chanan, Gabriel & Sara Delamont. Frontiers of Classroom Research. NFER, 220-232.
Ball, Stephen J. (1981). Beachside Comprehensive: a case study of Secondary Schooling. Cambridge: Cambridge University Press.
Burgess, Robert G. (1982). Field Research: a Sourcebook and Field Manual. London: Allen & Unwin κεφ. 15, 16.
Denny, Terry (1978). “In Defense of Story Telling as a First Step in Educational Research”, College of Education, University of Illinois-Urbana/Champaign, International Reading Association: Houston, TX, (σε μορφή φωτοτυπίας).
Hammersley, Martyn, ed. (1986). Case Studies in Classroom Research. Milton Keynes: The Open University Press.
Hargreaves, D.H. (1967). Social Relations in a Secondary School. London: RKP.
Jackson, Philip W. (1968). Life in Classrooms. New York: Holt, Reinhart and Winston.
Rudduck, Jean & David Hopkins, eds (1985). Research as a Basis for Teaching: readings from the work of Lawrence Stenhouse. Oxford: Heineman Educational Books.
Shipman, Marten, ed. (1976). The Organization and Impact of Social Research: six original case studies in education and behavioural sciences. London: RKP.
Simons, Helen (1977). “Conversation Piece: the practice of interviewing in case study research” Norris, N., ed. Safari II: theory in practice.CARE Occasional Publications No. 4. Norwich: CARE, 116-135.
Simons, Helen, ed. (s.a.). Towards a Science of the Singular. University of East Anglia: Centre for Applied Research in Education.
Stenhouse, Lawrence (1985). “A Note on Case Study and Educational Practice”, Burgess, Robert, ed., Burgess, Robert G. Field Research: a Sourcebook and Field Manual. London: Allen & Unwin 263-272.
Walford, Geoffrey (1986). Life in Public Schools. London: Methuen.
Yin, Robert K. (19892). Case Study Research: design and methods. London: Sage.

εφαρμογές
ελληνόγλωσση βιβλιογραφία
Ξωχέλλης, Π.Δ. κ.ά. (1986). «Μεθόδευση της διδασκαλίας και αξιολόγηση της σχολικής επίδοσης στο Γυμνάσιο και Λύκειο: πορίσματα μιας εμπειρικής έρευνας», Σύγχρονη Εκπαίδευση, 26, 85-103.
Ξωχέλλης, Π.Δ. & Diether Hopf (2003). Γυμνάσιο και Λύκειο στην Ελλάδα: Διαχρονικά ερευνητικά δεδομένα, κριτικές επισημάνσεις, μελλοντικές προοπτικές. Θεσσαλονίκη: Ελληνικά γράμματα.
Κωττούλα, Μαρία (1991). Το Τεχνικό-Επαγγελματικό Λύκειο από τη σκοπιά των μαθητών: μία έρευνα περίπτωσης (case study)/μεταπτυχιακή εργασία. Θεσσαλονίκη.
Παπαναούμ-Τζίκα, Ζωή (1989). Πολιτική κοινωνικοποίηση και σχολείο: κριτική θεώρηση και εμπειρική έρευνα. Θεσσαλονίκη: Κυριακίδης.
Φρειδερίκου, Αλεξάνδρα & Φανή Φολερού-Τσερούλη (1991). Οι δάσκαλοι του Δημοτικού Σχολείου: μία κοινωνιολογική προσέγγιση. Αθήνα: Υψιλον.

Jones, Ken (1994). “A new kind of cultural politics? The 1993 boycott of testing”, Changing English, 2(1), 84-110.

Έρευνα δράσης (action research)

ελληνόγλωσση βιβλιογραφία
Βαρνάβα-Σκούρα, Τζέλλα (1992). «Για έναν επιτυχημένο αλφαβητισμό στο σχολείο: έρευνα-δράση σε σχολεία του Βύρωνα», στο Αλφαβητισμός και διδασκαλία της μητρικής γλώσσας (Πανελλήνιο Συνέδριο). Ανάβυσσος Αττικής 23-25 Νοεμβρίου 1989. Αθήνα: ΥΠΕΠΘ-ΓΓΛΕ, 139-144.
Βαρνάβα-Σκούρα, Τζέλλα & Δημήτρης Βεργίδης (1992). «Η πρόληψη του λειτoυργικού αναλφαβητισμού στο δημοτικό σχολείο: δημιουργία πλαισίων στήριξης για παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες», στο Τα προβλήματα διδασκαλίας της πρώτης γραφής και ανάγνωσης (Συμπόσιο). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 163-167.
Βεργίδης, Δημήτρης (1993). «Νεοφιλελεύθερη εκπαιδευτική πολιτική και επιμόρφωση των εκπαιδευτικών», Σύγχρονη Εκπαίδευση, 69 και 70, 43-49 και 67-73.
«Έρευνα δράσης» (1990). Παιδαγωγική-Ψυχολογική Εγκυκλοπαίδεια-Λεξικό, τομ. 4ος. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Κατσαρού, Ελένη (1998). Αναμόρφωση Αναλυτικού Προγράμματος με ενεργή συμμετοχική έρευνα: το παράδειγμα της Νεοελληνικής γλώσσας (διδακτορική διατριβή). Αθήνα: Φιλοσοφική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών.
Κατσαρού, Ελένη & Βασίλης Τσάφος (2002). Από τη διδασκαλία στην Έρευνα: η Εκπαιδευτική Έρευνα Δράσης. Αθήνα: εκδόσεις Σαββάλα.
Ξωχέλλης, Π.Δ. (1985). «Διδακτική έρευνα: θεωρητικό πλαίσιο, στόχοι και μεθοδολογία, προβλήματα και προοπτικές», Παιδαγωγική Επιθεώρηση, 3, 57-72.
Σουβατζή Δέσποινα (1993). «Όταν αναζητούμε τις απαντήσεις στην πράξη ή η καταγραφή μιας εμπειρίας», Σύγχρονη Εκπαίδευση, 71, 45-47.
Τσάφος, Βασίλης (1998). O εκπαιδευτικός-ερευνητής και η διασκαλία της δραματικής ποίησης από μετάφραση στο Γυμνάσιο (διδακτορική διατριβή). Αθήνα: Φιλοσοφική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών.
Φιλάρετος, Θοδωρής & Ελένη Χοντολίδου (1999). «Διδάσκοντας από κοινού λογοτεχνία στο Γυμνάσιο», στο Αποστολίδου, Βενετία & Ελένη Χοντολιδου επιμ. Λογοτεχνία και Εκπαίδευση. Αθήνα: τυπωθήτω-Γιώργος Δραδανός, 53-71.

ξενόγλωσση βιβλιογραφία
Adelman, Clem & Rob Walker (1975). “Developing Pictures for Other Frames: action research and case study” Chanan, Gabriel & Sara Delamont. Frontiers of Classroom Research. NFER, 220-232.
Adelman, Clemm et al (s.a.). Ford Teaching Project: the stranger in the classroom. Centre for Applied Research in Education.
Aston, Alastair (1980). “The Humanities Curriculum Project” Stenhouse Lawrence. Curriculum research and development in action. London: Heineman, 139-148.
Carr, Wilfrid & Stephen Kemmis (1986). Becoming Critical: Education, Knowledge and Action Research. London: Falmer Press.
Chisholm, Lynne (1990). “Action Research: some methodological and political considerations”, British Educational Research Journal, 16 (3), 249-257.
Elliot, John (1991). Action research for Educational Change. Milton Keynes, Open University Press.
--- (1985). “Facilitating Action Research in Schools: some dilemmas”, Burgess, Robert, ed. Field Methods in the Study of Education. London: The Falmer Press, 235-262.
Elliott, John & Dave partington (s.a.). Ford Teaching Project: three points of view in the classroom-generating hypotheses from classroom, observations, recordings and interviews. Centre for Applied Research in Education.
Glasser, B. & A. Strauss (1967). The Discovery of Grounded Theory Strategies for qualitative research. Weidfield & Nicolson.
Hopkins, David (1985). A Teacher’s Guide to Classroom Research. Milton Keynes: Open University Press, 23-45.
Hoyle, E./Megarry, J. & M, Atkin eds (1980). World Year Book of Education: The Professional Development of Teachers. London: Kogan Page, 308-324.
Humble, S. & Helen Simons (1978). From council to classroom: An Evaluation of the Diffusion of the Humanities Curriculum Project. London: MacMillan.
Kemmis, S. (19942). “Action Research”, στο Husen, Torsten & Neville Postlethwaite eds The International Encyclopedia of Education. Oxford: Pergamon, 42-48.
Kemmis, S. & Robin McTaggart (19883). The Action Research Reader. Deakin University Press.
McNiff, Jean (1988). Action Research: principles and practice. London: Macmillan Education.
Nichols, Ralph (1995). “My learning about empowerment and the quality of care”, Action Researcher, 2, 26-28.
Nixon, John et al eds (1979). Teachers in Research: a report on the role of Teacher in Research conference held at Fircroft College, Birmingham 16-19 November 1979. Schools Council.
Nixon, John, ed. (1981). A Teacher's Guide to Action Research: evaluation, inquiry and development in the classroom. London: Grand McIntyre.
Rudduch, Jean & David Hopkins eds (1985). Research as a basis for teaching: readings from the work of Lawrence Stenhouse. Oxford: Heineman.
Rudduck, Jean (1976). Dissemination of Innovation: the Humanities Curriculum Project. London: Evans & Methuen.
Schools Council & Nuffild Foundation (1970). The Humanities Curriculum Project: an introduction. London: Heineman.
Taylor, Vivien (1995). “Helping student teachers to reflect on their practice”, Action Researcher, 2, 4-5.
Webb, Rosemary (1990). Practitioner Research in the Primary School. London: Falmer Press, ιδίως κεφ. 1 και 11.

Σημειωτική
ελληνόγλωσση βιβλιογραφία
Barthes, Roland (1973[1970-1957] [1978]). Μυθολογίες-μάθημα/μτφρ. Καίτη Χατζηδήμου & Ιουλιέττα Ράλλη. Αθήνα: Ράππας.
Διαβάζω, αφιέρωμα στον Ουμπέρτο Έκο, 145, 4/6/1986.
Διαβάζω, αφιέρωμα στη Σημειολογία, 71, 15/6/1983.
Έκο, Ουμπέρτο (χ.χ.). Η Σημειολογία στην καθημερινή ζωή. Αθήνα: Μαλλιάρης-Παιδεία.
Ελληνική Σημειωτική Εταιρία (1979). Σημειωτική και κοινωνία. Αθήνα: Οδυσσέας.
Ελληνική Σημειωτική Εταιρία (1986). Η δυναμική των σημείων: πεδία και μέθοδοι μιας κοινωνιοσημειωτικής (επιμ. Α.-Φ. Λαγόπουλος, Πέτρος Μαρτινίδης Κάριν Μπόκλουντ-Λαγοπούλου, Κ. & Β. Σπυριδωνίδης). Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής.
Ελληνική Σημειωτική Εταιρία (1996). Η ζωή των σημείων. (επιμ. Ερατοσθένης Καψωμένος & Γρηγόρης Πασχαλίδης). Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής
Ελληνική Σημειωτική Εταιρία (1996). Σημειωτική + Εκπαίδευση (επιμ. Σταύρος Καμαρούδης & Ελένη Χοντολίδου). Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής
Ελληνική Σημειωτική Εταιρία (1996). Άνθρωπος ο σημαίνων. Τομ. 1: Λόγος και ιδεολογία, τόμ. 2: Η μεταμοντέρνα ματιά και ο νοητικός χώρος. (επιμ. Α.-Φ. Λαγόπουλος, Κάριν Μπόκλουντ-Λαγοπούλου, Βάνα Τεντοκάλη, Κούλα Τσουκαλά). Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής
Marcus, Solomon (1986). Το παράδοξο/μτφρ. Ελένη Οικονόμου. Αθήνα: Πνευματικός.
Marcus, Solomon (1986). Σημεία για τα σημεία: μία εισαγωγή στη Σημειωτική/μτφρ. Νίκος Κοσμάς. Αθήνα: Πνευματικός.
Παπαγιώργης, Κωστής επιμ. (1981). Κείμενα Σημειολογίας: Μπενβενίστ, Μπάρτ, Ντεριντά, Πιρς, Φουκώ. Αθήνα: Νεφέλη.
Σεμινάριο 5, (περιοδική έκδοση της Π.Ε.Φ.), «Γλώσσα και εκπαίδευση».

ξενόγλωσση βιβλιογραφία
Cobley, Paul & Litza Jansz (1997). Semiotics for beginners. Cambridge: Icon Books.
Hodge, Robert & Gunther Kress (1988). Social Semiotics. Oxford: Polity Press.
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ...