9 Ιουν 2012

Η έρευνα για τα εκπαιδευτικά ιστολόγια ολοκληρώθηκε


Η
έρευνα για τα εκπαιδευτικά ιστολόγια ολοκληρώθηκε. Πιο συγκεκριμένα, η έρευνα που διενεργήθηκε στα πλαίσια της διπλωματικής μου εργασίας με θέμα "Κριτήρια Αξιολόγησης ενός Εκπαιδευτικού Ιστολογίου ως Επιστημονικό για Ενήλικες Αναγνώστες" που ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2011, ολοκληρώθηκε με την υποβολή της διπλωματικής εργασίας.


Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τους 10 ειδικούς επιστήμονες που συνεισέφεραν στην έρευνα και οι οποίοι ήταν:
Ο καθηγητής και ένας από τους θεμελιωτές του πεδίου της εκπαίδευσης ενηλίκων Peter Jarvis, ο καθηγητής και μελετητής του πεδίου της εκπαίδευσης ενηλίκων Knud Illeris, ο επίκουρος καθηγητής την εκπαίδευση ενηλίκων στο Columbia University Michel Alhadeff-Jones, ο επίκουρος καθηγητής στην ανοικτή και εξ αποστάσεως εκπαίδευση στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και επισκέπτης καθηγητής στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αντώνης Λιοναράκης, ο αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Εκπαιδευτικής και Κοινωνικής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας στο γνωστικό αντικείμενο Εφαρμογές της Πληροφορικής στην Εκπαίδευση Βασίλειος Δαγδιλέλης, ο επίκουρος καθηγητής στο Γενικό Τμήμα Παιδαγωγικών Μαθημάτων της Ανώτατης Σχολής Παιδαγωγικής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης και διαχειριστής ιστολογίου Ανδρέας Οικονόμου, ο ερευνητής και επιστημονικός συνεργάτης του τμήματος πληροφορικής του Αριστοτελείου Πανεπιστήμιου Γιώργος Παλαιγεωργίου, ο συγγραφέας και διαχειριστής εκπαιδευτικών ιστοσελίδων Νίκος Δαπόντες, ο καθηγητής και υπεύθυνος Καινοτόμων Δράσεων της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Πέλλας (Έδεσσα), ειδικός σύμβουλος πρόληψης της εξάρτησης και διαχειριστής ιστολογίου Κωνσταντίνος Κιουρτσής, και ο Σχολικός Σύμβουλος ΔΕ, Στερεάς Ελλάδας και Θεσσαλίας, κλάδου ΠΕ13, Νομικών-Πολιτικών Επιστημών και διαχειριστής ιστοσελίδας Λεωνίδας Κατσίρας.

Θα ήθελα όμως να ευχαριστήσω ιδιαίτερα και τους 519 άγνωστους φίλους και φίλες που απάντησαν στο διαδικτυακό ερωτηματολόγιο της έρευνας συμβάλλοντας καθοριστικά στην ολοκλήρωση της έρευνας.

Θα ήθελα τέλος να ευχαριστήσω όσες ιστοσελίδες φιλοξένησαν την πρόσκληση για τη συμπλήρωση του διαδικτυακού ερωτηματολογίου (όπως το Πανελλήνιο Σχολικό Δίκτυο, την Alfavita, το Kathigitis, το Madata, το Edugate κ.ά), αλλά και όσα "μεγάλα" και "δημοφιλή" ιστολόγια ΔΕΝ καταδέχθηκαν να βοηθήσουν τη σχετική έρευνα, αποδεικνύοντας ότι όταν η έρευνα αφορά "το σπίτι μας" η ενημέρωση και η πληροφόρηση πάνε περίπατο.

Τα πορίσματα της έρευνας θα δημοσιευθούν μετά την υποστήριξη της διπλωματικής εργασίας στο τέλος Σεπτεμβρίου.



Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ...

8 Ιουν 2012

Η ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ ΈΡΕΥΝΑΣ ΤΗΣ ETUCE ΜΕ ΘΕΜΑ: ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟ 2008 ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ.


Η έρευνα που ακολουθεί, δημοσιεύθηκε από την ΟΛΜΕ.

Τη μετάφραση και την επιμέλεια του κειμένου έκανε η Ελένη Γλαρέντζου, αντιπρόεδρος του ΚΕΜΕΤΕ της ΟΛΜΕ

Ενημέρωση 11/6/2012
H ETUCE διχοτομεί την Κύπρο! του Τάσου Χατζηαναστασίου

Στην αρχική σελίδα (http://olme-attik.att.sch.gr/new/) της ιστοσελίδας της ΟΛΜΕ δημοσιεύεται έρευνα της ευρωπαϊκής ομοσπονδίας των συνδικάτων των εκπαιδευτικών (ETUCE) για τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στους μισθούς και τις συντάξεις των εκπαιδευτικών. Με μεγάλη έκπληξη και αγανάκτηση διαπίστωσα ότι γίνεται διάκριση ανάμεσα στην «Κύπρο» (αντί του σωστού «Κυπριακή Δημοκρατία) και το «βόρειο τμήμα» αναγνωρίζοντας προφανώς το παράνομο de facto γεγονός της διχοτόμησης της Κύπρου από τα τουρκικά στρατεύματα.

Μία ομοσπονδία εκπαιδευτικών όπως η ETUCE δε δικαιολογείται να γνωρίζει ούτε το νομικό καθεστώς των ευρωπαϊκών τουλάχιστον κρατών ούτε τη σύγχρονη ιστορία της Ευρώπης. Όποιος διαβάσει τον κατάλογο αυτό καταλαβαίνει ότι η «βόρεια Κύπρος» διαθέτει μία ανεξάρτητη νομική υπόσταση όταν η αλήθεια είναι πως πρόκειται για παράνομα κατεχόμενο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας απόλυτα ελεγχόμενο από το καθεστώς της Άγκυρας ενώ η λεγόμενη «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου» ουδέποτε έχει αναγνωριστεί από τον ΟΗΕ αλλά και από κανένα κράτος πλην της Τουρκίας και ελάχιστων συμμάχων της στον ισλαμικό κυρίως κόσμο.

Μεγαλύτερη ευθύνη ωστόσο φέρει η ΟΛΜΕ που ως ελληνική ομοσπονδία εκπαιδευτικών είναι πέρα για πέρα αδικαιολόγητη και η στάση της κρίνεται λίαν επιεικώς ως ανεύθυνη. Από πού και ως πού η ΟΛΜΕ φιλοξενεί στην επίσημη ιστοσελίδα της κείμενα που καταπατούν το διεθνές δίκαιο και υπονομεύουν τον αγώνα του κυπριακού ελληνισμού για δικαίωση. Η ΟΛΜΕ οφείλει να ζητήσει από την ETUCE να διορθώσει την παράνομη καταγραφή της «βόρειας Κύπρου» στην κατάλογο που δημοσιεύει στο πλαίσιο της έρευνάς της για τις επιπτώσεις της κρίσης στα οικονομικά των εκπαιδευτικών. Οφείλει τέλος να ζητήσει συγνώμη από τους έλληνες εκπαιδευτικούς.

Με οργή και αγανάκτηση,
Τάσος Χατζηαναστασίου, μέλος ΔΣ ΕΛΜΕ Αργολίδας

Πηγή: http://www.alfavita.gr/artro.php?id=65998

Minisurvey Crisis ETUCE



Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ...

7 Ιουν 2012

ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΩΝ ΚΑΙ ΣΤΕΛΕΧΩΝ ΣΤΗ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΜΑΘΗΣΗ (Εκπαιδευτικό Υλικό)


Το εκπαιδευτικό υλικό αφορά το πρόγραμμα διάρκειας 25 ωρών με τίτλο "ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΩΝ ΚΑΙ ΣΤΕΛΕΧΩΝ ΣΤΗ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΜΑΘΗΣΗ"

ΣΥΓΓΡΑΦΗ: Παναγιώτης Σωτηρόπουλος
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Μαρία Περιστέρη
ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ: Θανάσης Καραλής
ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ:
Καλλιόπη Δημητρούλη, Υπεύθυνη Έργου
Μαρία Περιστέρη, Μέλος Ομάδας Έργου
Ιωάννης Σταματούκος, Υπεύθυνος Ψηφιοποίησης
ΓΛΩΣΣΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Εριέττα Τζοβάρα
ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΓΡΑΦΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Δημήτριος Χαριλάου
Υπουργείο Παιδείας Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων
Γενική Γραμματεία Διά Βίου Μάθησης
Ινστιτούτο Διαρκούς Εκπαίδευσης Ενηλίκων (Ι.Δ.ΕΚ.Ε.)
Διεύθυνση: Αχαρνών 417, Τ.Κ. 11143, Αθήνα
Τηλ.: 213 – 1311677, 213 – 1311672, 2131311653
Fax: 210 – 2530541
E-mail : ekesap@ideke.edu.gr
www.ideke.edu.gr

Για να δείτε το εκπαιδευτικό υλικό, πατήστε εδώ



Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ...

6 Ιουν 2012

Πρακτικές Ασκήσεις Διδασκαλίας: πέρα από τις εκδοχές του πρακτικού και της άσκησης

Τ
ου Γιώργου Μαυρογιώργου (καθηγητής Παιδαγωγικής στο Τμήμα Φ.Π.Ψ.του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Έχει χρηματίσει μέλος του Δ.Σ. της ΣΕΛΕΤΕ(1996-2001), Υπεύθυνος του Παραρτήματος Ε.Π.ΠΑΙ.Κ Ιωαννίνων(ΑΣΠΑΙΤΕ) και διδάσκων στο Παράρτημα.)


Πηγή Ανάρτησης:
Τομέας Παιδαγωγικής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Είναι ευρέως αποδεκτή η άποψη ότι στην καρδιά της εκπαίδευσης βρίσκονται οι εκπαιδευτικοί. Αυτή η παραδοχή εναποθέτει μεγάλο φορτίο ευθύνης επάνω τους. Η εργασία τους, σε ένα σχολείο που συνεχώς και με δραματικούς όρους αλλάζει, είναι όλο και περισσότερο σύνθετη, περίπλοκη και απαιτητική. Η εργασία τους απαιτεί υψηλές διανοητικές, αναλυτικές και επικοινωνιακές ικανότητες, γνώση, κατανόηση και φαντασία για να εμπνέουν νέους ανθρώπους. Από αυτή την άποψη οι εκπαιδευτικοί χρειάζονται δομές για την επαγγελματική τους υποστήριξη που να αντανακλά και τη σημαντική τους θέση και τις απαιτήσεις της εργασίας τους.

Το επάγγελμα του εκπαιδευτικού μπορεί να γίνει ένα από τα πιο ικανοποιητικά, ευχάριστα και ενδιαφέροντα επαγγέλματα. Δεν έχει αναγνωρισθεί στις πραγματικές του διαστάσεις ακόμα και από τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς. Η προσφυγή σε εύκολες καταγγελίες, η υιοθέτηση πρακτικών απόσυρσης, παραίτησης, αποξένωσης, κ.τ.ο. έχουν δημιουργήσει μια αρκετά ανησυχητική κατάσταση που χρειάζεται να αντιμετωπισθεί ριζικά , συνολικά και πειστικά προς την κατεύθυνση της αναγνώρισης και αναβάθμισης της θέσης του εκπαιδευτικού. Χρειαζόμαστε ένα νέο όραμα για ένα νέο επάγγελμα ,με σαφή και ισχυρή κουλτούρα επαγγελματικής ανάπτυξης ,με κίνητρα, φιλοδοξίες και δεσμεύσεις, που αναβαθμίζει την υπόληψη, το ήθος και το status του εκπαιδευτικού.

Οποιαδήποτε εκπαιδευτική αλλαγή χρειάζεται, ανάμεσα σε άλλα, χρόνο και συστηματική καθημερινή υποστήριξη στο ίδιο το σχολείο. Το σχολείο είναι η εστία και το κέντρο των εκπαιδευτικών αλλαγών. Ανεξάρτητα από τις αφετηρίες που υιοθετεί κανείς, οι ενδείξεις που υπάρχουν δείχνουν ότι οι εκπαιδευτικοί ευνοούνται στην επαγγελματική τους ανάπτυξη κυρίως από την ποιότητα του σχολείου στο οποίο εργάζονται. Και βέβαια, αλλαγές στο σχολείο δεν είναι δυνατό να προκύψουν χωρίς αλλαγές στην ποιότητα των εμπειριών μάθησης αυτών που διδάσκουν ή εργάζονται στις διάφορες θέσεις...


Ο τελικός και μακροπρόθεσμος στόχος μιας εκπαιδευτικής πολιτικής για την επαγγελματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών δεν είναι τόσο η προώθηση και η υποστήριξη μιας συγκεκριμένης καινοτομίας ή ενός εκπαιδευτικού μέτρου όσο η ανάπτυξη θεσμικών και δομικών προϋποθέσεων και η προώθηση επαγγελματικών νοοτροπιών που κάνουν τη συνεχή αλλαγή των όρων διδασκαλίας - μάθησης - συνεργασίας αναπόσπαστο μέρος της καθημερινής σχολικής εργασίας. Μακροπρόθεσμος στόχος της είναι η αλλαγή του σχολείου και η προώθηση επαγγελματικού καινοτομικού ήθους που να παρακινεί το σύνολο των φορέων σε συλλογικές μορφές διαρκούς πρωτοβουλίας για σχολική επιτυχία, κοινωνική δικαιοσύνη και αναγνώριση. Η άσκηση του έργου των εκπαιδευτικών είναι ανοιχτή σε διλήμματα, αντιφάσεις και συγκρούσεις και απαιτεί αποφάσεις και κρίσεις σε ένα πλαίσιο αναπόφευκτης αβεβαιότητας. Μια αποτελεσματική, ενδεχομένως, επιλογή είναι η προώθηση ενός επαγγελματισμού της αλληλεπίδρασης, της επικοινωνίας, της συνεργασίας, της ισοτιμίας, της αναγνώρισης, της αποδοχής ,της «κοινωνιολογικής φαντασίας» και της συλλογικής ευθύνης.

Η πολιτισμική και κοινωνική σύνθεση του μαθητικού πληθυσμού του σχολείου αναδεικνύει προτεραιότητες για μια άλλη παιδαγωγική:την παιδαγωγική της αισιοδοξίας, την παιδαγωγική της άμβλυνσης των διάφορων μορφών διάκρισης, την παιδαγωγική του τακτ, του σεβασμού και της αναγνώρισης του άλλου, την παιδαγωγική της μέριμνας, της έγνοιας ,της φροντίδας και της αλληλεγγύης, την παιδαγωγική της θετικής αξιολόγησης και θετικής διάκρισης . Όλα αυτά προϋποθέτουν την αποδόμηση της ρουτίνας του αυτονόητου και του δοσμένου με άξονες έμφασης την αγωγή συνεργασίας, την αγωγή αυτογνωσίας, την αγωγή ζωής και εργασίας κ.τ.ο.

Το σχολείο έχει γίνει πιο δημοκρατικό, πιο ανοιχτό και πιο μαζικό με αποτέλεσμα η εργασία των εκπαιδευτικών να γίνεται πιο απαιτητική. Οι εκπαιδευτικοί καλούνται να αναλάβουν νέους ρόλους και νέες αρμοδιότητες. Δε μπορούν, πλέον, να περιορίζονται στην τυπική διεκπεραίωση της διδασκαλίας. Αυτό δε σημαίνει ότι το διδακτικό τους έργο είναι δευτερεύουσας σημασίας. Αντίθετα, αυτό το έργο καλούνται να το εμπλουτίζουν συστηματικά ενσωματώνοντας στη διδασκαλία παιδαγωγικές και διδακτικές αρχές πού απορρέουν:

• από την ταχύτητα παλαίωσης της γνώσης(:διδασκαλία του θεμελιώδους και του «παραδειγματικού»)

• τον άτυπο επαγγελματικό προσανατολισμό(:προσωπική και κοινωνική χρήση της γνώσης)

• την αναγνώριση, το σεβασμό και την αξιοποίηση του λάθους(:η θέση του λάθους στην ιστορία της επιστήμης)

• το συνδυασμό μεθόδου και γνώσης(τη σύνδεση του «τι» και του «πως»)

• την εμφανή και κριτική διαπραγμάτευση του νοήματος αυτών που γίνονται στην τάξη και αυτών που δε γίνονται

• την άμβλυνση πρακτικών επιτήρησης και «αστυνόμευσης»

• την επανεξέταση όρων και συνθηκών «ομηρίας»στη σχέση με την έκταση της διδακτέας ύλης

• τη θεμελίωση των μεθοδολογικών επιλογών διδασκαλίας και από το αντικείμενο διδασκαλίας

• την πλαισίωση των διδακτικών επιλογών με όρους που απορρέουν από την κοινωνική «τοπογραφία» της τάξης των μαθητών/τριών που διδάσκουμε

• την αποσύνδεση που έχει συντελεστεί ανάμεσα στις σπουδές και την απασχόληση



Αναζητώντας τον εκπαιδευτικό, πέρα από τις πρακτικές ασκήσεις



Οι συζητήσεις που γίνονται αναφορικά με τον εκπαιδευτικό, την εκπαίδευσή του και τη θέση του στο σχολείο είναι συχνά πολύ απλοϊκές και αντιμετωπίζουν τα σχετικά ζητήματα με αποσπασματικό τρόπο Υποστηρίζεται π.χ. ότι το σχολείο που έχουμε είναι συνάρτηση κυρίως της βασικής εκπαίδευσης των εκπαιδευτικών. Αυτή η παραδοχή έχει την αφετηρία της σε μια θεωρία "άμεσης ενσωμάτωσης", σύμφωνα με την οποία το Πανεπιστήμιο προσφέρει γνώση, μέθοδο και τεχνικές, το σχολείο προσφέρει τις αίθουσες διδασκαλίας με τους μαθητές/τριες για άσκηση και ο φοιτητής/τρια ή ο εκπαιδευτικός διαθέτει την ατομική του ικανότητα και προσπάθεια. Όπως γίνεται αντιληπτό, αυτή η άποψη αποσιωπά το κοινωνικό-πολιτικό πλαίσιο της εκπαίδευσης και της εργασίας του εκπαιδευτικού και θεμελιώνεται σε μια αποσπασματική θεώρηση των ζητημάτων, καθώς αγνοεί τη συνολική διαδικασία διαμόρφωσης της επαγγελματικής ταυτότητας του εκπαιδευτικού. Δεν εννοούμε, φυσικά, ότι δεν υπάρχουν ζητήματα που να συνδέονται ιδιαίτερα με την εκπαίδευση και την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών όσο πως η αποσπασματική θεώρησή τους είναι η ίδια μέρος του προβλήματος.

. Αυτό γίνεται κατανοητό αν λάβουμε υπόψη πως το επάγγελμα του εκπαιδευτικού έχει μια μοναδικότητα: Όσοι/ες το επιλέγουν κάποια στιγμή έχουν από πολύ ενωρίς (την ηλικία των πέντε ετών) και για πολλά χρόνια (12 με 14 χρόνια) εκτεθεί σε επαγγελματικές πρακτικές, αντιλήψεις, συμπεριφορές κ.α. που συνδέονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με την ίδια την εργασία του εκπαιδευτικού. Οι εκπαιδευτικοί ακολουθούν μια άτυπη διαδικασία μακρόχρονης «μαθητείας» στο επάγγελμα. Αυτό σημαίνει ότι οι εκπαιδευτικοί που εργάζονται στο σχολείο σε κάθε δεδομένη χρονική περίοδο έχουν άμεσες επιπτώσεις και στην ποιότητα εκπαιδευτικών που έχουμε στο μέλλον. Τα ίδια αυτά δεδομένα μας επιτρέπουν να ισχυριστούμε ότι η βασική εκπαίδευση και επιμόρφωση εκπαιδευτικών καλείται να άρει, να επανεξετάσει ή και να αναθεωρήσει το φορτίο μαθητείας το οποίο έχουν οι εκπαιδευτικοί. Παρόλο που στη χώρα μας λειτουργούν 23 Παιδαγωγικά Τμήματα δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι έχουμε θετικές ενδείξεις από αυτή την άποψη. Οι πτυχιούχοι μαθηματικού, φυσικής, χημείας, φιλολογίας και ιστορίας διορίζονται χωρίς προηγούμενη παιδαγωγική κατάρτιση.

Μετά το διορισμό τους, οι νεοδιόριστοι εκπαιδευτικοί επιστρέφουν στο σχολείο και η ομάδα υποδοχής τους συγκροτείται από τους εκπαιδευτικούς που ήδη εργάζονται στο σχολείο. Και οι εκπαιδευτικοί που υποδέχονται τους νεοδιόριστους ασκούν ιδιαίτερες επιδράσεις στις γενικότερες παιδαγωγικές και διδακτικές τους αντιλήψεις και πρακτικές. Αυτό σημαίνει ότι οι εκπαιδευτικοί που εργάζονται κάθε φορά στο σχολείο αποτελούν την ομάδα που έχει υψηλούς βαθμούς παρέμβασης στην αναβάθμιση της ποιότητας της σχολικής εργασίας. Οι νέοι εκπαιδευτικοί δεν καταλαμβάνουν απλώς τις κενές θέσεις αυτών που αποχωρούν .Είναι οι εκπαιδευτικοί που, κατά τεκμήριο, μπορούν να εμπλουτίζουν το ανθρώπινο δυναμικό της εκπαίδευσης με νέες ιδέες, νέες αντιλήψεις και νέες πρωτοβουλίες. Οι εκπαιδευτικοί που διορίζονται στην εκπαίδευση είναι αυτοί που με τις ιδέες τους και την πράξη τους θα επηρεάζουν την εκπαιδευτική διαδικασία και την προοπτική της στο μέλλον. Οι νέοι εκπαιδευτικοί έχουν περισσότερες προϋποθέσεις να αναδειχθούν και να αναπτυχθούν, όταν εργάζονται σε σχολεία που σέβονται, εκτιμούν και υποστηρίζουν την κρίση, την πρακτική σοφία και την εμπειρία όλων των εκπαιδευτικών σε μια κοινή υπόθεση αναβάθμισης της εκπαιδευτικής διαδικασίας και της εργασίας τους.

Αν δεχτούμε την άποψη ότι οι παιδαγωγικές και διδακτικές πρακτικές και ρουτίνες μετασχηματίζονται και αλλάζουν στο βαθμό που επανεξετάζουμε τους τρόπους με τους οποίους τις προσλαμβάνουμε και τις αντιλαμβανόμαστε στο πλαίσιο των υφιστάμενων υλικών και κοινωνικών σχέσεων, τότε μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η βασική εκπαίδευση και η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών προσφέρεται για την υποστήριξη «ενημερωμένης» και «εμπεριστατωμένης» πράξης.

Οι τρόποι με τους οποίους οι εκπαιδευτικοί εργάζονται θεμελιώνονται ανάμεσα στα άλλα, στη βιογραφία τους, στη σταδιοδρομία τους, στους όρους εργασίας και στη σύνδεση της εργασίας τους με την προσωπική τους ανάπτυξη. Η εργασία των εκπαιδευτικών σε ένα σχολείο που συνεχώς αλλάζει είναι όλο και πιο περίπλοκη και σύνθετη. Το σχολείο δεν είναι νεκρό, γι' αυτό μπορεί και βρίσκεται σε κρίση και διαρκή αλλαγή. Το άνοιγμά του και ο εκδημοκρατισμός του επιτρέπει στις κοινωνικές αντιφάσεις να αποτυπώνονται όλο και πιο έντονα στις καθημερινές πρακτικές: κοινωνική διάκριση, αποκλεισμός, διαρροή και εγκατάλειψη σχολείου, σχολική παραβατικότητα, υπο-επίδοση, απαξίωση των τίτλων σπουδών, κίνητρα, πολυπολιτισμική σύνθεση της τάξης, υποχρεωτική παρακολούθηση κ.α. συνθέτουν ένα ιδιαίτερα ανοιχτό σε συγκρούσεις, σε διλήμματα και σε αντιφάσεις πεδίο παιδαγωγικής πράξης. Σ' αυτό το πεδίο ο εκπαιδευτικός - παιδαγωγός καλείται να ενσωματώνει στα τυπικά και συμβατικά του μαθήματα εμπειρίες αγωγής ελεύθερου χρόνου, αγωγής υγείας, αγωγής περιβάλλοντος, αγωγής κατανάλωσης, αγωγής ειρήνης και κοινωνικής αλληλεγγύης, αγωγής επικοινωνίας και συνεργασίας, σεβασμού και αποδοχής του άλλου, αγωγής αυτογνωσίας και αυτοεκτίμησης, κ.α.

Αν δεχτούμε τα παραπάνω, τότε σημαίνει ότι η βασική εκπαίδευση και η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών δεν μπορεί παρά να έχει ως κεντρικό άξονα των προγραμμάτων τους το σχολείο και τη σχέση του με την κοινωνία. Το σχολείο με ό,τι ιστορικά έχει συντελεσθεί, με ό,τι συντελείται στο παρόν και με ό,τι προδιαγράφεται ως εξέλιξη για το μέλλον.

Και, βέβαια, ένα πρόγραμμα σπουδών δεν κρίνεται από την άμεση αναφορά του, την αντιστοιχία του και τη σύνδεσή του με το δοσμένο κάθε φορά σχολείο αλλά με το σχολείο που διαρκώς αλλάζει. Αναζητούμε έναν εκπαιδευτικό θεωρητικά, επιστημονικά, παιδαγωγικά και κοινωνιολογικά ευαισθητοποιημένο ώστε με γνώση, κατανόηση και φαντασία να είναι έτοιμος για την κριτική υποδοχή θεσμοθετούμενων ή δομικών αλλαγών στο σχολείο.

Είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν αυτές οι επιλογές καλύπτονται από τις προτάσεις που καταθέτουν τον τελευταίο καιρό εκπρόσωποι Πανεπιστημιακών Τμημάτων (Μαθηματικού, Φυσικής, Χημείας, Φιλολογίας) διεκδικώντας παρέμβαση στη διαμόρφωση του Πιστοποιητικού Παιδαγωγικής και Διδακτικής Επάρκειας.

Με βάση τα παραπάνω, η ασκούμενη εκπαιδευτική πολιτική φαίνεται μάλλον να είναι αντιφατική, αποσπασματική και αποπροσανατολική. Φορείς όπως τα ΑΕΙ, ΑΣΠΑΙΤΕ, ΠΕΚ, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, ΑΣΕΠ, κ.α. φαίνεται να παρεμβαίνουν με ετερόκλητες προσεγγίσεις σε θέματα βασικής εκπαίδευσης, μετεκπαίδευσης, επιμόρφωσης, αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου κ.τ.ό. Το να επιλέγουμε με εξετάσεις ΑΣΕΠ τους εκπαιδευτικούς ή να εγκρίνουμε εκπαιδευτικές άδειες για μεταπτυχιακές σπουδές ή να τους επιμορφώνουμε αποσπασματικά δεν αντιμετωπίζει το ζήτημα του «νέου» εκπαιδευτικού που χρειαζόμαστε στο σχολείο. Είχα την ευκαιρία να υποβάλω στον Υπουργό Παιδείας μια συνολική πρόταση για τη δημιουργία και θεσμοθέτηση Φορέα που να καλύπτει με ενιαίο τρόπο τις διαδικασίες επιλογής (κατάργηση ΑΣΕΠ), τη βασική επαγγελματική κατάρτιση, την υποδοχή των νεοδιόριστων, την επιμόρφωση, τις μεταπτυχιακές σπουδές, την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου, τις συνθήκες εργασίας των εκπαιδευτικών. Περιμένουμε για να δούμε αν μπορούμε να ελπίζουμε πως κάτι μπορεί να αλλάξει.

Για ορισμένους η βελτίωση της διδασκαλίας στο σχολείο είναι κυρίως ζήτημα διδακτικής μεθοδολογίας, πρακτικής άσκησης, πιστοποιητικού διδακτικής επάρκειας και διαγωνισμών επιλογής. Νέες τεχνικές διευθέτησης της σχολικής τάξης και πειθαρχίας, οργάνωσης της διδακτέας ύλης κ.τ.ο. έχουν στο πλαίσιο αυτών των επιλογών προτεραιότητα. Αυτά είναι, βέβαια, σημαντικά. Όλο και πιο πολύ, ωστόσο, γίνεται σαφές ότι δεν είναι αρκετό να προσφέρει κανείς στον εκπαιδευτικό νέα παιδαγωγικά και διδακτικά τεχνάσματα. Η ποιότητα της εργασίας των εκπαιδευτικών στο σχολείο συνδέεται με τη συνολική τους επαγγελματική ανάπτυξη και εξέλιξη (από το νηπιαγωγείο μέχρι την αφυπηρέτηση). Οι εκπαιδευτικοί διδάσκουν με τον τρόπο που διδάσκουν όχι απλώς λόγω των δεξιοτήτων που έχουν ή που δεν έχουν μάθει.

Από αυτή την άποψη η κυριαρχία της «μεθοδολογικής μανίας» στη διδακτική και η έμφαση στις πρακτικές ασκήσεις διδασκαλίας υποβαθμίζουν το έργο του εκπαιδευτικού σε ζητήματα τεχνικής και μεθόδου ( «πώς»). Στο κάτω-κάτω στην αίθουσα διδασκαλίας για να γίνει μάθημα, χρειάζεται να συντρέξουν κοινωνικές, πολιτισμικές, υλικές και θεσμικές προϋποθέσεις. Αυτές καλείται ο εκπαιδευτικός να τις ανιχνεύει, να τις κατανοεί, να τις ερμηνεύει και να τις αξιοποιεί στα πλαίσια της σχετικής του αυτονομίας, ώστε να παρεμβαίνει μετασχηματιστικά στο σχολείο συνδέοντας την προσωπική και την επαγγελματική του ανάπτυξη, στο πλαίσιο της ασκούμενης εκπαιδευτικής πολιτικής.

Με αυτό το πρίσμα, απαιτείται τουλάχιστον επαναπροσδιορισμός και διεύρυνση των πρακτικών ασκήσεων ώστε να θεμελιώνει τη σύνδεση θεωρίας και πράξης και να καλύπτει το συνολικό έργο του εκπαιδευτικού στο σχολείο, επανεξετάζοντας και το φορτίο της «άτυπης μαθητείας» στο επάγγελμα του εκπαιδευτικού. Όλα αυτά παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους εκπαιδευτικούς της ΤΕΕ και της ΣΕΚ, την παράδοση της ΣΕΛΕΤΕ και τη δυναμική προοπτική της ΑΣΠΑΙΤΕ .



Οριοθετώντας τις θεμελιώδεις αρχές για μια μετασχηματιστική παρέμβαση στις πρακτικές ασκήσεις



Η κυρίαρχη αντίληψη και πρακτική είναι να επικεντρώνεται η άσκηση των μελλοντικών εκπαιδευτικών σε θέματα διδακτικής πράξης και εκπαιδευτικών τεχνικών (πώς). Αυτό συνιστά ουσιαστική υποβάθμιση του έργου του εκπαιδευτικού. Το προφίλ ενός εκπαιδευτικού ορίζεται από τους ακόλουθους άξονες:

• Γνώση του περιεχομένου του αντικειμένου που διδάσκουν.

• Παιδαγωγικές γνώσεις και ικανότητες / δεξιότητες για την άσκηση του εκπαιδευτικού έργου.

• Τεχνικές γνώσεις για τη χρήση διάφορων εκπαιδευτικών μέσων.

• Κοινωνικές και πολιτικές γνώσεις για τη σύνδεση σχολείου και κοινωνίας, απασχόλησης, κ.α.

Θα εστιάσουμε την ανάλυση που ακολουθεί σε μια συνοπτική παρουσίαση αρχών με βάση τις οποίες προκύπτει ότι ακόμη και τα «διδακτικά»ζητήματα δεν είναι απλώς πρακτικής αναφοράς ζητήματα. Αποτυπώνουν και εκφράζουν ιδεολογικές και πολιτικές και παιδαγωγικές παραδοχές.

• Οποιαδήποτε εκπαιδευτική τεχνική χρησιμοποιούμε δεν είναι απλώς ζήτημα του «πώς». Κάθε εκπαιδευτική τεχνική υποδεικνύει, υπαινίσσεται και συνδηλώνει και πτυχές του αντικειμένου («τι») που προσφέρεται. 'Ετσι, π.χ. η εκπαιδευτική τεχνική της εισήγησης και του μονολόγου εμπεριέχει και συγκεκριμένη άποψη και αντίληψη για τον εκπαιδευόμενο (: παθητικό υποκείμενο - αποδέκτης) και για τη γνώση (: οριστική, μονοσήμαντη και αφοριστική εκδοχή). Αυτό σημαίνει ότι για κάθε εκπαιδευτική τεχνική που επιλέγουμε καλούμαστε να εντοπίζουμε με συστηματικό τρόπο την εκδοχή που εμπεριέχει για τον εκπαιδευόμενο και το αντικείμενο κατάρτισης. Πολύ συχνά συμβαίνει να υπάρχει αντίφαση και αναντιστοιχία ανάμεσα στο «τι» και στο «πώς», όπως π.χ. στην περίπτωση που ένας εκπαιδευτικός ασκεί κριτική στη διδακτική του μονολόγου μονολογώντας! Μια πειστική διαλεκτική εκπαιδευτική τεχνική είναι αυτή που συνδυάζει τη γνώση («τι») με τη μεθοδολογία («πώς»). Αυτό μπορούμε να το επεκτείνουμε προτείνοντας τη σύνδεση θεωρίας και πράξης.



• Οποιαδήποτε εκπαιδευτική τεχνική επιλέγουμε και αξιοποιούμε έχει περισσότερες προϋποθέσεις για ουσιαστική πρόκληση συμμετοχής των εκπαιδευομένων όταν γίνεται μετά από ανάδειξη και «εμφανή διαπραγμάτευση του νοήματος» που έχει σε κάθε συγκεκριμένη περίσταση. Είναι άλλο να ζητάμε π.χ. από τους εκπαιδευόμενους να «εκτελούν» τα βήματα και τη διαδικασία της εκπαιδευτικής τεχνικής του «καταιγισμού των ιδεών» και άλλο είναι να εξηγούμε και να αναλύουμε στους εκπαιδευόμενους τη θεωρία, τη διαδικασία, τους περιορισμούς, τα όρια κ.τ.ο. της τεχνικής αυτής.



• Οποιαδήποτε εκπαιδευτική τεχνική αξιοποιούμε έχει περισσότερες προϋποθέσεις για αποτελεσματικότερη συμμετοχή και μάθηση όταν εξασφαλίζει την αυθεντική συμμετοχή των εκπαιδευόμενων. Για να είναι αυθεντική η συμμετοχή απαραίτητη προϋπόθεση είναι να δίνει νόημα σε αυτούς που συμμετέχουν. Έτσι π.χ. με την τεχνική της «αλληλοπαρουσίασης», αν μείνουμε στα τεχνικά - ορατά - τυπικά χαρακτηριστικά της μορφής της, θα είναι εικονική, δίχως βαθύτερη συναισθηματική και γνωστική εμπλοκή. Έτσι, μπορεί να προσφέρει την ψευδαίσθηση της συμμετοχής και να εξελιχθεί σε μια υπόθεση «διαχείρισης της εικόνας» ( impression management ).



• Η πρόταση που συνήθως γίνεται για «συνδυασμό τεχνικών» δε θεμελιώνεται σε μια απλή επιλογή για ποικιλία και σπάσιμο της μονοτονίας ή για λειτουργική συμπληρωματικότητα των μειονεκτημάτων και πλεονεκτημάτων της μιας ή της άλλης εκπαιδευτικής τεχνικής. Προκύπτει κυρίως από τις εκτιμήσεις, που μπορούμε να κάνουμε, σε συνεργασία με τους εκπαιδευόμενους , ανάλογα με τη φάση του προγράμματος, το διαθέσιμο χρόνο, το αντικείμενο, τον αριθμό των εκπαιδευόμενων, τους σκοπούς της ενότητας, κ.τ.ο. Η επιλογή δηλαδή των τεχνικών και του συνδυασμού τους είναι μια αρκετά περίπλοκη δυναμική και ευέλικτη διαδικασία που προκύπτει από τα «συμφραζόμενα» του προγραμματισμού, την προετοιμασία και την ίδια την εκπαιδευτική συνάντηση.



• Οποιαδήποτε εκπαιδευτική τεχνική κι αν επιλέγουμε να αξιοποιήσουμε καλό είναι να διαθέτει περιθώρια ευλυγισίας και ελαστικότητας. Έτσι, αποφεύγουμε «επεισόδια» μηχανιστικής προσκόλλησης, ιδιότυπης ομηρίας και τυφλής προσήλωσης στις φάσεις της, τα βήματά της κ.τ.ο. Έτσι π.χ., εάν σε μια συγκεκριμένη ενότητα επιλέξουμε ως εκπαιδευτική τεχνική την «εισήγηση» και διαπιστώνουμε ότι οι εκπαιδευόμενοι έχουν αρχίσει να μη παρακολουθούν, μπορούμε να διακόψουμε τη μονολογική εισήγηση και να ζητήσουμε από τους εκπαιδευόμενους να συζητήσουν μεταξύ τους ένα ζήτημα που επρόκειτο να εισηγηθούμε στη συνέχεια.



• Μια «εκπαιδευτική τεχνική» θεωρούμε ότι αξιοποιείται αποτελεσματικά όταν προκαλεί τους εκπαιδευόμενους σε στοχαστική και κριτική εξέταση, επανεξέταση και ανάλυση των δεδομένων, των πτυχών και των παραμέτρων ενός ζητήματος. Μας ενδιαφέρει η τεχνολογία της εφαρμογής μιας «εκπαιδευτικής τεχνικής» στο βαθμό που συνδέεται με την κριτική γνωστική επαγρύπνηση και επεξεργασία του αντικειμένου που αναλύεται και συζητιέται. Εδώ, μπορούμε να σχολιάσουμε π.χ. την πρακτική που υιοθετούμε σε πολλές εκπαιδευτικές τεχνικές (συζήτηση σε ομάδες, καταιγισμός ιδεών, κ.α.) όταν καταγράφουμε στον πίνακα ή σε διαφάνειες τις απόψεις που κατατίθενται σε σχηματικούς και ομαδοποιημένους καταλόγους / λίστες. Εάν μείνουμε στην καταγραφή και σε μια έστω απλή και μη επεξεργασμένη σύνθεση των απόψεων είναι δυνατό να προκύψουν «επεισόδια» σύγχυσης και ασάφειας όταν ομαδοποιούνται (υπέρ - κατά, δυνατά - αδύνατα, προσδοκίες, εμπειρίες κ.τ.ο.) απόψεις που προέρχονται από ετερόκλητες και αλληλοσυγκρουόμενες θεωρητικές αφετηρίες. Χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή από την πλευρά του εκπαιδευτικού, ώστε αυτά να μην προβάλλονται ως ενιαίο άθροισμα ισοδύναμων απόψεων. Χρειάζεται δηλαδή να εξετάζεται η θεωρητική τους αφετηρία και οι προεκτάσεις τους.



• Πολλά από τα «μειονεκτήματα» που καταλογίζονται σε διάφορες εκπαιδευτικές τεχνικές είναι δυνατό να αντιμετωπίζονται, κατά περίπτωση, με εμπνευσμένες και εμπεριστατωμένες παρεμβάσεις από την πλευρά του εκπαιδευτικού που τις χρησιμοποιεί. Έτσι π.χ. ας υποθέσουμε ότι ένας εκπαιδευτικός για ένα συγκεκριμένο θέμα και σε μια συγκεκριμένη διαδοχή των διδακτικών ενοτήτων επέλεξε ως εκπαιδευτική τεχνική των «εισήγηση». Είναι δυνατό να εμπλουτίσει την εκπαιδευτική αυτή τεχνική με μια «εσωτερική» παρέμβαση, ώστε ο μονόλογος να γίνει διάλογος . Διαλογικός γίνεται ο μονόλογος όταν ο εκπαιδευτής συνειδητά επιλέγει να «σκέφτεται φωναχτά», όταν αναλύει τις θεωρητικές, μεθοδολογικές, εννοιολογικές ασάφειες, συγχύσεις, ερωτήματα, αμφιβολίες κ.τ.ο. που έχει ο ίδιος αναφορικά με αυτά που αναλύει και υποστηρίζει.



• Οποιαδήποτε εκπαιδευτική τεχνική κι αν χρησιμοποιούμε δεν είναι αποτελεσματική εάν δε σεβόμαστε και δεν αναγνωρίζουμε τον εκπαιδευόμενο. Καλός εκπαιδευτικός δεν είναι αυτός που υποστηρίζει ότι πράγματι ενδιαφέρεται για τους εκπαιδευόμενους και αυτός που θέλει να μαθαίνουν τις βασικές γνώσεις, ικανότητες και δεξιότητες. Δεν αρνούμαστε τη σημασία των γνώσεων και των ικανοτήτων. Δεν είναι αρκετό να θέλει ο εκπαιδευτικός να μαθαίνουν οι εκπαιδευόμενοι το αντικείμενο. Δε θα το μάθουν, βέβαια, το αντικείμενο που προσφέρουμε εκτός και εάν, με τις εκπαιδευτικές τεχνικές και τις δραστηριότητές μας, σεβόμαστε τους ίδιους τους εκπαιδευόμενους. Αυτό σημαίνει ότι ένα μάθημα ή μια εκπαιδευτική τεχνική μπορεί να είναι ενδιαφέρουσα ή ανιαρή, σπουδαία ή χωρίς σημασία, προκλητική / πρωτόγνωρη ή «μια από τα ίδια». Ανεξάρτητα από τη στάση μας προς αυτά, δεν επηρεάζεται ο σεβασμός προς τον εκπαιδευόμενο.

Ο εκπαιδευόμενος δηλαδή είναι πιο σημαντικός απ' το αντικείμενο διδασκαλίας και την εκπαιδευτική τεχνική. Να το πούμε αλλιώς: Το αντικείμενο που παρουσιάζουμε όσο και η εκπαιδευτική τεχνική που χρησιμοποιούμε εμπεριέχουν και αντανακλούν το σεβασμό και την αναγνώριση του εκπαιδευόμενου ενηλίκου. Ο σεβασμός και η αναγνώριση των εκπαιδευόμενων εκφράζεται με την επιλογή των εκπαιδευτικών τεχνικών (αξιοποίηση των εμπειριών, βιωμάτων, γνώσεων, ικανοτήτων κ.α.) και την ανάπτυξη των σχέσεων επικοινωνίας, συνεργασίας, μέριμνας, υποστήριξης, εμψύχωσης κ.α. Χρειάζεται, βέβαια, ιδιαίτερη ευαισθησία, ώστε το ενδιαφέρον του εκπαιδευτικού να προκύπτει από μια εσωτερική και βαθύτερη διαδικασία, ώστε να «μπαίνει στη θέση του άλλου». Αναφέρεται η χαρακτηριστική περίπτωση ενός καθηγητή μαθηματικών που είχε πάθος με το αντικείμενό του. Διαπιστώνει ότι ένας μαθητής του δεν τα «πηγαίνει καλά». Τον ρωτάει και ο μαθητής του εκμυστηρεύεται ότι μισεί τα μαθηματικά. Θεωρεί, λοιπόν, ότι το πρόβλημα του μαθητή είναι το μίσος για τα μαθηματικά και αποφασίζει να τον βοηθήσει. Μόνο που ξεκινάει από την αφετηρία του δασκάλου που λατρεύει τα μαθηματικά. Δεν τον απασχολεί πώς είναι να τα μισείς. Έτσι, η παιδαγωγική του ξεκινάει από τον εκπαιδευτικό και όχι από τον εκπαιδευόμενο.



• Σε συνάρτηση με τα προηγούμενα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αρχή σύμφωνα με την οποία μια εκπαιδευτική τεχνική (και το αντίστοιχο περιεχόμενο) είναι πιο αποτελεσματικά όταν προσαρμόζονται στις ανάγκες και τα ενδιαφέροντα των εκπαιδευόμενων. Είναι πράγματι σημαντικό να έχουμε έγκυρες και αξιόπιστες ενδείξεις για τις ανάγκες και τα ενδιαφέροντα των εκπαιδευόμενων. Είναι εξίσου σημαντικό, ωστόσο, να εξετάζουμε κάθε φορά τους όρους, τις συνθήκες και τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες οι εκπαιδευόμενοι έχουν διαμορφώσει τη συγκεκριμένη συνείδηση αναγκών που εκφράζουν. Δεν αποκλείεται να έχουμε «κατασκευασμένες ανάγκες και ενδιαφέροντα» να μη συνδέονται με την προσωπική και επαγγελματική ανάπτυξη και εξέλιξη των εκπαιδευόμενων (βλ. π.χ. πρότυπα κατανάλωσης, ανάγκες του δοσμένου συστήματος κ.α.).



• Για να ολοκληρώσουμε το «δεκάλογο», καμιά εκπαιδευτική τεχνική δεν μπορεί να υποκαταστήσει ή να αναπληρώσει την ελλιπή γνώση του αντικειμένου διδασκαλίας. Η εκπαιδευτική τεχνική που χρησιμοποιούμε βρίσκεται σε διαλεκτική σχέση με το αντικείμενο το οποίο διδάσκουμε στο βαθμό που αντλούμε από το ίδιο το αντικείμενο ιδέες και τεχνικές για διαπραγμάτευση με τους μαθητές . Ακόμα και μια υποτιθέμενη αρτιότητα στη σύλληψη, το σχεδιασμό και την εφαρμογή μιας εκπαιδευτικής τεχνικής ακυρώνεται όταν δε συνδυάζεται με σαφή εμπεριστατωμένη και ενημερωμένη γνώση του αντικειμένου.

Στην περίπτωση της παιδαγωγικής κατάρτισης το αντικείμενο και οι εκπαιδευτικές τεχνικές συνδέονται τόσο πολύ στενά, ώστε να μπορούμε να υποστηρίζουμε ότι η παιδαγωγική ως αντικείμενο («τι») και η παιδαγωγική ως εκπαιδευτική τεχνική («πώς») συνδέονται τόσο άρρηκτα, ώστε σε περίπτωση αντίφασης, αναντιστοιχίας ή ασυνέπειας να κινδυνεύει η μια διάσταση να ακυρώνει την άλλη. Είναι πάντοτε ανοικτό το ενδεχόμενο να εκτιθέμεθα στην παιδαγωγική εκτροπή του «δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν τηρούσες». Έτσι π.χ., ως εκπαιδευτικοί μπορεί να αναλύουμε θεωρητικά τις «αρχές μάθησης», αλλά αν αυτές δεν τις τηρούμε στην πράξη με τις επιλογές και τον τρόπο που χρησιμοποιούμε τις εκπαιδευτικές τεχνικές, αναιρούμε και ακυρώνουμε τις ίδιες τις αρχές που υποτίθεται ότι επιδιώκουμε να διδάξουμε. Σημαντικό ρόλο γι' αυτό διαδραματίζει το παιδαγωγικό φορτίο της «άτυπης μαθητείας» με την οποία ερχόμαστε στο σχολείο ως εκπαιδευτικοί. Γι΄ αυτό προτείνεται η διαρκής επανεξέταση των δεδομένων και αυτονόητων παραδοχών με τις οποίες επενδύουμε τις παιδαγωγικές μας πρακτικές. Πολύ περισσότερο όταν η συζήτηση αφορά στις πρακτικές ασκήσεις διδασκαλίας.
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ...

5 Ιουν 2012

International Journal of Lifelong Education

Τ
ο περιοδικό International Journal of Lifelong Education που εφαρμόζει τη μέθοδο peer review για την αξιοπιστία των άρθρων του και στο οποίο εκδότης είναι μεταξύ άλλων και ο καθηγητής Peter Jarvis, μπορείτε να το βρείτε εδώ (ελεύθερη πρόσβαση).





Στο editorial του περιοδικού εμφανίζονται

editors
Peter Jarvis, Department of Political, International & Policy Studies, University of Surrey, Guildford, GU2 7XH, UK
John Holford, School of Education, University of Nottingham, Jubilee Campus, Wollaton Road, Nottingham, NG8 1BB, UK
Rachel Brooks, Department of Political, International & Policy Studies, University of Surrey, Guildford, GU2 7XH, UK
Patricia Gouthro, Faculty of Education, Mount Saint Vincent University, 166 Bedford Highway, Halifax, Nova Scotia, B3M 2J6, Canada
review editor
Richard Waller, School of Education (S Block), University of the West of England, Frenchay Campus, Coldharbour Lane, Bristol, BS16 1QY, UK
founding co‐editors
P. Jarvis, University of Surrey, UK
J. E. Thomas, University of Nottingham, UK

Για να δείτε το περιοδικό International Journal of Lifelong Education, πατήστε εδώ




Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ...

4 Ιουν 2012

Εκπαίδευση Ενηλίκων

Της Καθηγήτριας Μαίρης Καλαντζή (RMIT University)
Μάϊος 2005

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ & ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΕΝΗΛΙΚΩΝ
ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΔΙΑΡΚΟΥΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΕΝΗΛΙΚΩΝ

Το παρόν υλικό παράχθηκε στο πλαίσιο του Έργου «Κέντρα Εκπαίδευσης Ενηλίκων ΙΙ», το οποίο εντάσσεται στο Ε.Π.Ε.Α.Ε.Κ. ΙΙ του ΥΠ.Ε.Π.Θ,, Μέτρο 1.1. Ενέργεια 1.1.2.Β. και συγχρηματοδοτείται κατά 75% από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Κ.Τ) και κατά 25% από το Ελληνικό Δημόσιο.

ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΚΑΙ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ
Με τη δημιουργία των κρατών-εθνών η εκπαίδευση ήρθε να στηρίξει την ανάγκη δημιουργίας ομογενοποιημένων εθνικοτήτων με κατάλληλες δεξιότητες και για την προώθηση της παραγωγικότητας, αλλά και των πατριωτικών ιδανικών. Αναπτύχθηκε έτσι ένα διαστρωματωμένο εκπαιδευτικό σύστημα ανάλογα με την ηλικία, τις ικανότητες και τα γνωστικά αντικείμενα. Η Εκπαίδευση Ενηλίκων παρέπεμπε αρχικά στις γνώσεις που αποκτήθηκαν από ανεπίσημες μορφές εκπαίδευσης και λειτούργησε
σαν αντίποδας στις αποτυχίες του επίσημου εκπαιδευτικού συστήματος, αλλά και στους προσωπικούς περιορισμούς των ατόμων. Έτσι η Ανεπίσημη εκπαίδευση εξελίχθηκε σαν ένας τομέας προσωπικής ανάπτυξης και σωτηρίας, και βασιζόταν κυρίως στη φιλανθρωπία και τον εθελοντισμό. Μπορούσε να είναι ατομική ή κοινωνική, σχετικά μη δομημένη και προωθούσε τόσο την συμπτωματική όσο και την υπονούμενη μάθηση. Πιο πρόσφατα είχε συνδεθεί με τον κοινωνικό ακτιβισμό των ακαδημαϊκών και των εκπαιδευτικών κύκλων όπως εκφράστηκαν από τους Antonio Gramsci και Paulo Freire (Gramsci 1971, Freire 1972). Αυτοί οι στοχαστές υποστήριζαν την αξία της συνείδησης και του διαλόγου ως κατάλληλου τρόπου ενασχόλησης με τα ενδιαφέροντα των μαθητευομένων...


Για να διαβάσετε τη συνέχεια, πατήστε εδώ
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ...

3 Ιουν 2012

What should students learn in the 21st century?

By Charles Fadel
Founder & chairman, Center for Curriculum Redesign
Vice-chair of the Education committee of the Business and Industry Advisory Committee (BIAC) to the Organization for Economic Co-operation and Development (OECD)
Visiting scholar, Harvard GSE, MIT ESG/IAP and Wharton/Penn CLO

It has become clear that teaching skills requires answering “What should students learn in the 21st century?” on a deep and broad basis. Teachers need to have the time and flexibility to develop knowledge, skills, and character, while also considering the meta-layer/fourth dimension that includes learning how to learn, interdisciplinarity, and personalisation. Adapting to 21st century needs means revisiting each dimension and how they interact:

Knowledge - relevance required: Students’ lack of motivation, and often disengagement, reflects the inability of education systems to connect content to real-world experience. This is also critically important to economic and social needs, not only students’ wishes. There is a profound need to rethink the significance and applicability of what is taught, and to strike a far better balance between the conceptual and the practical. Questions that should be answered...

Continue reading here

Special thanks to Stylianos Mystakidis for the information Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ...

2 Ιουν 2012

Συνάντηση με θέμα: «Serious Games: Ηλεκτρονικά Παιχνίδια για Μάθηση και Επικοινωνία»

Η
ΠΡΟΜΕΑ (Εταιρεία Προαγωγής Μεθοδολογιών Έρευνας και Ανάπτυξης) σε συνεργασία με το «Εργαστήριο Νέων Σεχνολογιών στην Επικοινωνία, την Εκπαίδευση και τα Μ.Μ.Ε.» του Σμήματος «Επικοινωνίας και Μ.Μ.Ε.» του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών διοργανώνουν συνάντηση δικτύωσης με θέμα:


«Serious Games: Ηλεκτρονικά Παιχνίδια για Μάθηση και Επικοινωνία»

Τρίτη, 19 Ιουνίου 2012
13:00 – 22:00

Κτίριο Παλαιού Πανεπιστημίου, Θόλου 5, Πλάκα
Στην ημερίδα (www.exelia.gr/infoday) θα συναντηθούν κοινότητες δημιουργών, ερευνητών, εκπαιδευτών, επιχειρήσεων, στελεχών ανθρώπινου δυναμικού και διαφημιστών με κύριους στόχους:
• Συνεργασία, συμπόρευση, συνδημιουργία
• Ανάπτυξη παραγωγικών εγχειρημάτων και συνεργασιών
• Δικτύωση δημιουργών, ερευνητών και οργανισμών που χρησιμοποιούν serious games
Κύριοι άξονες συζήτησης της εκδήλωσης:
• Συλλογική δράση στον χώρο των ηλεκτρονικών παιχνιδιών μάθησης και επικοινωνίας
• Αξιοποίηση των ηλεκτρονικών παιχνιδιών μάθησης και επικοινωνίας για σκοπούς κατάρτισης
• Προοπτικές της αγοράς ηλεκτρονικών παιχνιδιών μάθησης και επικοινωνίας
• Σρόποι με τους οποίους συνδέεται η έρευνα με την ανάπτυξη και τις επιχειρήσεις
• Σχεδιασμός ενός εργαστηρίου ανάπτυξης δεξιοτήτων γύρω από τη δημιουργία ηλεκτρονικών παιχνιδιών μάθησης και επικοινωνίας
Η εκδήλωση περιλαμβάνει:
Λειτουργία έκθεσης με serious games από Έλληνες δημιουργούς και παρουσιάσεις παιχνιδιών και εφαρμογών, ομιλίες σχετικά με τη χρήση, τη χρησιμότητα και τις προοπτικές των serious games στην Ελλάδα, διαδραστικούς κύκλους συζήτησης (Speed Interactive Networking Sessions), πάρτυ δικτύωσης και συνεργασίας.

Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το πρόγραμμα της εκδήλωσης και τις αιτήσεις συμμετοχής στο www.exelia.gr/infoday καθώς και τηλεφωνικά στο 210-6420440.




Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ...

1 Ιουν 2012

Η µη λεκτική επικοινωνία στην διαχείριση κρίσεων στην οµάδα

Τ
ης Μαρίας-Ελένης Φραγγεδάκη (δασκάλα ΠΕ70, MSc ΕΚΠΑ, Παιδαγωγικό Τµήµα ∆ηµοτικής Εκπαίδευσης,: Εκπαίδευση Ενηλίκων και δια βίου Μάθηση)

In 5th International Conference in Open & Distance Learning - ovember 2009, Athens, Greece - PROCEEDI GS

Εισαγωγή
Η επικοινωνία ως διαδικασία είναι τόσο άρρηκτα δεµένη µε την ανθρώπινη ύπαρξη ώστε να γίνεται συνεχώς και ασταµάτητα. Ακόµα κι όταν δεν εµπερικλείει τον λόγο, οι άνθρωποι εξακολουθούν να επικοινωνούν µεταξύ τους. «∆εν µπορούµε παρά να επικοινωνούµε», αναφέρει ο Dance (Κοντάκος, 2008, σ. 53). Με την µη-λεκτική επικοινωνία, η οποία περιλαµβάνει την συµµετοχή ολόκληρου του σώµατος στην έκφραση συναισθηµάτων και διαθέσεων, ο εκπαιδευτής είναι σε θέση να διαγνώσει, να προλάβει και, τελικά, να αντιµετωπίσει καίρια τυχόν κρίσεις µέσα στα πλαίσια της διδακτικής του οµάδας, ή της οµάδας εργασίας. Με την ευρεία έννοια ο όρος επικοινωνία έρχεται για να περιγράψει την ανταλλαγή µηνυµάτων, την µετάδοση σηµασιών µεταξύ ατόµων και οµάδων. Αυτή η ανταλλαγή µηνυµάτων εµπεριέχει και την αλληλεπίδραση του ενός ατόµου µε το άλλο, την κοινωνική αλληλεπίδραση ή την διαπροσωπική επικοινωνία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, εντάσσεται τόσο η λεκτική, όσο και η µη λεκτική µορφή επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης, αφού η ανθρώπινη επικοινωνία πραγµατοποιείται µε ψηφιακούς και µε αναλογικούς τρόπους (Κοντάκος, 2008, σ. 53). Για την επικοινωνιακή διαδικασία χρειάζεται µια σειρά από πολλά και πολυποίκιλα στοιχεία. Αυτά είναι:

Για να διαβάσετε τη συνέχεια του άρθρου της Μαρίας-Ελένης Φραγγεδάκη, πατήστε εδώ


Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ...

31 Μαΐ 2012

Η ΜΙΚΡΟΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΣΤΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΠΟΥΔΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ: ΔΙΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Διπλωματική εργασία του Πλάτων Μουρατίδη



ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ - ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΣΧΟΛΗ , ΤΜΗΜΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗΣ - ΤΟΜΕΑΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗΣ, ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ ΣΠΟΥΔΩΝ - ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ: ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΙΟΥΝΙΟΣ 2010

Εισαγωγή

Στη σύγχρονη κοινωνία της γνώσης και της πληροφορίας, είναι αναµφισβήτητη η ραγδαία εξέλιξη που σηµειώνεται σε όλους τους τοµείς της ζωής και ιδιαίτερα στον κοινωνικό, τον πολιτιστικό και τον τεχνολογικό τοµέα. Όπως είναι φανερό, ο εκπαιδευτικός του σήµερα οφείλει να αντεπεξέλθει στις δύσκολες απαιτήσεις που προστάζει η κοινωνία, καταβάλλοντας σηµαντική προσπάθεια για συνεχή ενηµέρωση. Κυρίως, όµως, η ευθύνη βαραίνει την πολιτεία, η οποία οφείλει να ακολουθήσει την κατάλληλη εκπαιδευτική πολιτική, σχεδιάζοντας σωστά τα προγράµµατα βασικής κατάρτισης και τα προγράµµατα επιµόρφωσης των εκπαιδευτικών όλων των τµηµάτων εκπαίδευσης. Πολλές έρευνες, βέβαια, έχουν αναδείξει κατά καιρούς τις ελλείψεις και τις αδυναµίες αυτών των προγραµµάτων.

Για να διαβάσετε ολόκληρη τη διπλωματική εργασία του Πλάτωνα Μουρατίδη, πατήστε εδώ



Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ...

30 Μαΐ 2012

Εκπαίδευση εκπαιδευτών ενηλίκων (οπτικοακουστικό υλικό)

Τα περιεχόμενα του οπτικοαουστικού υλικού είναι:
1 «Εκπαίδευση εκπαιδευτών ενηλίκων»: Εισαγωγή από τον Γενικό Γραμματέα εκπαίδευσης ενηλίκων Κωνσταντίνο Τσαμαδιά
2. Βασικές έννοιες στην εκπαίδευση ενηλίκων: Απόσπασμα συνέντευξης Δημήτρη Βεργίδη
3. Βασικές έννοιες στην εκπαίδευση ενηλίκων: Απόσπασμα συνέντευξης Αλέξη Κόκκου (ΕΑΠ)
4. Βασικές έννοιες στην εκπαίδευση ενηλίκων: Απόσπασμα συνέντευξης Peter Jarvis (ΕΑΠ)
5. Βασικές έννοιες στην εκπαίδευση ενηλίκων: Απόσπασμα συνέντευξης Alan Rogers (ΕΑΠ)
6. Κριτική στη θεωρία της μετασχηματίζουσας μάθησης: Απόσπασμα συνέντευξης Alan Rogers (ΕΑΠ)
7. Επαγγελματικοποίηση και ρόλος των εκπαιδευτών ενηλίκων: Απόσπασμα συνέντευξης Αλέξη Κόκκου (ΕΑΠ)
8. Επαγγελματικοποίηση και ρόλος των εκπαιδευτών ενηλίκων: Απόσπασμα συνέντευξης Peter Jarvis (ΕΑΠ)
9. Επαγγελματικοποίηση και ρόλος των εκπαιδευτών ενηλίκων: Απόσπασμα συνέντευξης Alan Rogers (ΕΑΠ)
9. Δυναμική διεργασία ομάδας: Απόσπασμα συνέντευξης Μίνας Τοδούλου-Πολέμη (ΕΑΠ)
10. Μικροδιδασκαλία Ι: Η στάση του σώματος: Μ. Καγιαβή (ΣΔΕ Πειραιά – ΙΔΕΚΕ/ΓΓΕΕ)
11. Μικροδιδασκαλία ΙΙ: Αγγλικός γραμματισμός: Μ. Γανώση (ΣΔΕ Πειραιά – ΙΔΕΚΕ/ΓΓΕΕ)
12. Μικροδιδασκαλία ΙΙΙ: Διδασκαλία σε κλάσματα: Μ. Σεντελέ (ΣΔΕ Ιωαννίνων – ΙΔΕΚΕ/ΓΓΕΕ).

Για να δείτε το οπτικοακουστικό υλικό (διάρκειας 2 ωρών και 40') πατήστε εδώ

Πηγή:

http://hdl.handle.net/10795/1267
http://repository.edulll.gr/1267
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ...

29 Μαΐ 2012

Προϋποθέσεις για εκπαιδευτικές πολιτικές που αφορούν την ενδυνάμωση κοινωνικά μειoνεκτούντων ατόμων

Αανακτήθηκε από pro-skills.eu
Το Ευρωπαϊκό πρόγραμμα Pro-Skills κάνει μια δική του συνεισφορά για την ενδυνάμωση των κοινωνικά μειονεκτούντων στη δια βίου μάθηση με την προώθηση των αποκαλούμενων βασικών δεξιοτήτων σαν προϋπόθεση για τη δια βίου μάθηση.
Το πρόγραμμα υποστηρίζεται από το πρόγραμμα Grundtvig της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συμμετέχουν φορείς από επτά Ευρωπαϊκές χώρες και εταίροι με εξειδίκευση σε διαφορετικούς τομείς εργασίας: Εκπαίδευση ενηλίκων, πρόληψη της εξάρτησης, προαγωγή της υγείας και επιστήμη των αθλημάτων.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Ο αριθμός των ατόμων που προέρχονται από «δύσκολο» κοινωνικό υπόβαθρο, οι οποίοι είναι χωρίς καμία εκπαίδευση ή που μόνο με δυσκολία μπορούν να βρουν δουλειά ως πρώτο τους επάγγελμα, διαρκώς αυξάνει. Η εκπαίδευση ενηλίκων έχει την πρόθεση να παρέχει σ’ αυτά τα άτομα ευκαιρίες για ολοκληρωμένα σεμινάρια περαιτέρω εκπαίδευσης και ως εκ τούτου να μπορέσουν να βελτιώσουν τα προσόντα τους. Η εμπειρία και οι μελέτες από διαφορετικά μέρη της Ευρώπης δείχνουν ότι η εκπαίδευση ενηλίκων και οι προσφορές για δια βίου εκπαίδευση κατά κύριο λόγο, επιδιώκονται από άτομα που ήδη έχουν ένα συγκεκριμένο βαθμό εκπαίδευσης. Οι κοινωνικά μειονεκτούντες συγκεκριμένα, σπάνια βρίσκονται ανάμεσα σε εκπαιδευόμενους. Στην πραγματικότητα κάθε άτομο ή φορέας που ασχολείται με την εκπαίδευση ενηλίκων και τη δια βίου μάθηση, έχει ευθύνη να ενημερώσει και να προσαρμόσει τις προσφορές του σ’ εκείνους τους μαθητευόμενους που τις χρειάζονται περισσότερο. Οι πολιτικοί, οι ενδιαφερόμενοι και άλλα υπεύθυνα άτομα για την εκπαίδευση πρέπει να λάβουν υπόψη τους αυτή την κατάσταση και να αντιπαρέλθουν την κοινωνική ανισότητα στη δια βίου μάθηση.

Για να διαβάσετε τη συνέχεια, πατήστε εδώ


Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ...

27 Μαΐ 2012

Επάγγελμα: ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΕΝΗΛΙΚΩΝ

Η περιγραφή του επαγγέλματος "Ειδικός Εκπαίδευσης Ενηλίκων", όπως εμφανίζεται στο site του ΟΑΕΔ

Περιγραφή Επαγγέλματος:
Αντικείμενο της εργασίας του είναι ο σχεδιασμός, η οργάνωση και η αξιολόγηση προγραμμάτων εκπαίδευσης ενηλίκων, καθώς και η διδασκαλία σ' αυτά, με σύγχρονες εκπαιδευτικές μεθόδους και μεθόδους εκπαίδευσης από απόσταση. Ειδικότερα, ο ειδικός εκπαίδευσης ενηλίκων διαθέτει τις εξειδικευμένες γνώσεις και δεξιότητες που τον καθιστούν ικανό να σχεδιάζει και να υλοποιεί εκπαιδευτικά προγράμματα ανάλογα με τις ανάγκες των διδασκομένων και τις απαιτήσεις του φορέα στον οποίο απασχολείται. Ανάλογα με τη μορφή, το περιεχόμενο, τους επιμέρους εκπαιδευτικούς στόχους και τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του εκπαιδευτικού προγράμματος που πρόκειται να εφαρμόσει, χρησιμοποιεί καινοτόμες μεθοδολογίες και αξιοποιεί ποικίλες εκπαιδευτικές μεθόδους, όπως η βιωματική μάθηση, η εργαστηριακή εκπαίδευση, η εξ αποστάσεως εκπαίδευση (e-learning), η μαιευτική μέθοδος, η εξατομικευμένη εκπαίδευση κ.ά. Αντικείμενο της εργασίας του είναι και η επίλυση εκπαιδευτικών προβλημάτων με βάση τη συστηματική έρευνα με συγκεκριμένες μεθόδους και τεχνικές για την αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών. Παράλληλα, ασχολείται με την ανάπτυξη έντυπου και ηλεκτρονικού διδακτικού υλικού, με βασική αρχή την αλληλεπίδραση των διδασκομένων και του μαθησιακού υλικού. Μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος προχωρά σε αξιολογήσεις για τη μέτρηση της αποτελεσματικότητας της εκπαιδευτικής διαδικασίας...


Συνθήκες Εργασίας:
Οι συνθήκες εργασίας εξαρτώνται από το αντικείμενο του εκπαιδευτικού προγράμματος, την ακολουθούμενη μεθοδολογία, το χρόνο, τον τόπο διεξαγωγής της εκπαιδευτικής διαδικασίας, τις ανάγκες των διδασκομένων και τη φιλοσοφία του φορέα στον οποίο απασχολείται. Συνήθως εργάζεται σε γραφείο και αίθουσες διδασκαλίας, όπου υπάρχει η απαραίτητη υλικοτεχνική υποδομή. Ακόμη, είναι δυνατό να υλοποιεί εκπαιδευτικά προγράμματα σε εικονικές τάξεις με τη συνδρομή των σύγχρονων τεχνολογιών και του συστήματος της ανοιχτής και εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, όπου ο εκπαιδευόμενος έχει πλήρη έλεγχο του ρυθμού παρακολούθησης και προόδου, ενώ ταυτόχρονα είναι διαθέσιμη η κατά βούληση υποστήριξη από τον υπεύθυνο εκπαιδευτή. Το περιβάλλον εργασίας του είναι ιδιαίτερα δημιουργικό, αλλά και αγχογόνο παράλληλα, λόγω των υψηλών απαιτήσεων της εκπαιδευτικής διαδικασίας και των προσδοκιών εκπαιδευτή και εκπαιδευομένων. Χρησιμοποιεί διάφορες εφαρμογές εκπαιδευτικών προγραμμάτων στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, φροντίζει να ενημερώνεται για καινοτόμες εκπαιδευτικές μεθόδους με τη χρήση ή όχι της τεχνολογίας, αφιερώνει χρόνο στο σχεδιασμό και την άρτια προετοιμασία του προγράμματος και συχνά χρειάζεται να εργάζεται υπερωριακά προκειμένου να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις και τις ανάγκες των εκπαιδευτικών προγραμμάτων. 


Ιδιαίτερα Προσωπικά Χαρακτηριστικά και Ικανότητες:
Η άρτια επαγγελματική κατάρτιση, η μεθοδικότητα, ο προγραμματισμός, η συνέπεια, η υπευθυνότητα και η ικανότητα κατανόησης και ανταπόκρισης στις ανάγκες των διδασκομένων θεωρούνται βασικές προϋποθέσεις για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού. Επίσης, χρειάζεται να χειρίζεται με επιδεξιότητα εξειδικευμένα προγράμματα στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, ιδιαίτερα στην περίπτωση που χειρίζεται συστήματα τηλεδιάσκεψης, εικονικές πλατφόρμες, εκπαιδευτικές εφαρμογές παρουσιάσεων, πολυμέσα κ.λπ. Η καλή γνώση ξένων γλωσσών του επιτρέπει να έχει πρόσβαση σε ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων και πύλες πληροφόρησης, όπου μπορεί να αντλεί πληροφορίες σχετικά με σύγχρονες μεθόδους ολοκληρωμένων εκπαιδευτικών διαδικασιών και πολύτιμα στοιχεία βιβλιογραφικής ενημέρωσης. Επιπλέον, η δυνατότητα μετακινήσεων στο χώρο των εκπαιδευομένων, η ευελιξία και η προσαρμοστικότητα σε απαιτητικό εργασιακό περιβάλλον και ο έλεγχος του τελικού αποτελέσματος χαρακτηρίζουν έναν επιτυχημένο εκπαιδευτή. Τέλος, η μεταδοτικότητα, η ευγένεια, η επιστημονική επάρκεια, οι επικοινωνιακές δεξιότητες και η διάθεση συνεργασίας συντελούν στην επιτυχή άσκηση του επαγγέλματος. 


Σπουδές:
Ο ειδικός εκπαίδευσης ενηλίκων μπορεί να είναι απόφοιτος σχολής ανθρωπιστικών, κοινωνικών, πολιτικών ή οικονομικών επιστημών, χωρίς όμως να είναι δεσμευτικό το αντικείμενο των βασικών του σπουδών. Σε κάθε περίπτωση, όμως, χρειάζεται μεταπτυχιακή ή και ανώτερη εξειδίκευση, πολύ καλή γνώση ξένων γλωσσών και μακρόχρονη επαγγελματική εμπειρία στο χώρο της εκπαίδευσης ενηλίκων. Σπουδές σε μεταπτυχιακό επίπεδο μπορούν να γίνουν στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα «Εκπαίδευση Ενηλίκων» στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Στο Πρόγραμμα αυτό γίνονται δεκτοί απόφοιτοι πανεπιστημίων ή ΑΤΕΙ ή κάτοχοι αντίστοιχου τίτλου σπουδών του εξωτερικού αναγνωρισμένου από τον ΔΟΑΤΑΠ, οι οποίοι εργάζονται ή εργάστηκαν σε Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης πιστοποιημένα από το ΕΚΕΠΙΣ ως διευθυντές, διευθυντές κατάρτισης, προϊστάμενοι περιφέρειας, εκπαιδευτικοί υπεύθυνοι, υπεύθυνοι προώθησης στην απασχόληση, συντονιστές ενεργειών κατάρτισης, είτε ως επιστημονικά στελέχη σε ΚΕΣΥΥ πιστοποιημένα από το ΕΚΕΠΙΣ, σε ΝΕΛΕ, σε επιμορφωτικά κέντρα του υπουργείου Παιδείας της Κύπρου, είτε στις Διαχειριστικές Αρχές/ ιδικές υπηρεσίες Υπουργείων και Περιφερειών οι οποίες ιδρύθηκαν βάσει του Ν. 2860/2000, είτε στο ΕΚΕΠΙΣ ή έχουν παρακολουθήσει πρόγραμμα εκπαίδευσης Εκπαιδευτών άνω των 200 ωρών. Επίσης, δεκτοί γίνονται εγγεγραμμένοι στο μητρώο Εκπαιδευτών του ΕΚΕΠΙΣ, εγγεγραμμένοι στο Ενιαίο Μητρώο Αξιολογητών του υπουργείου Εργασίας, απόφοιτοι του Τμήματος Εκπαιδευτικής και Κοινωνικής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και απόφοιτοι της Κατεύθυνσης Διδακτικής της Τεχνολογίας του Τμήματος Τεχνολογικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Πειραιά. Η γνώση μιας ξένης γλώσσας, πρωτίστως της αγγλικής, αποδεικνυόμενη με την υποβολή ανάλογων δικαιολογητικών, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την παρακολούθηση του προγράμματος. Οι φοιτητές που επιλέγονται, μετά από κλήρωση, να παρακολουθήσουν το συγκεκριμένο μεταπτυχιακό πρόγραμμα, οφείλουν να ολοκληρώσουν με επιτυχία τέσσερις θεματικές ενότητες (Μεθοδολογία εκπαίδευσης ενηλίκων, Ανοικτή και Εξ Αποστάσεως Εκπαίδευση, Σχεδιασμός, διοίκηση, αξιολόγηση προγραμμάτων εκπαίδευσης ενηλίκων, Εκπαιδευτική Έρευνα στην Πράξη), και να εκπονήσουν διπλωματική εργασία. Τέλος, μπορεί να σπουδάσει κανείς και σε αναγνωρισμένα πανεπιστήμια του εξωτερικού.


Επαγγελματικά Δικαιώματα:
Τα επαγγελματικά του δικαιώματα σχετίζονται άμεσα με το αντικείμενο και το επίπεδο των βασικών του σπουδών. Σε ορισμένες κατηγορίες επαγγελματιών η χορηγούμενη άδεια άσκησης επαγγέλματος είναι αρκετή για την κατοχύρωση των επαγγελματικών τους δικαιωμάτων, ενώ σε ορισμένες άλλες απαιτείται άδεια πιστοποιημένου εκπαιδευτή από τον ανάλογο φορέα ή ομοσπονδία. 


Τομείς Απασχόλησης και Προοπτικές Αγοράς Εργασίας:
Μπορεί να εργαστεί ως ελεύθερος επαγγελματίας, αναλαμβάνοντας την υλοποίηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων ή αναπτύσσοντας συνεργασίες με εκπαιδευτικούς οργανισμούς, την Τοπική Αυτοδιοίκηση, μη κυβερνητικούς οργανισμούς κ.τ.λ. Έτσι, είναι δυνατόν να ασχοληθεί με την παροχή εκπαιδευτικών υπηρεσιών σε επιχειρήσεις ή ιδιώτες, διοργανώνοντας πολυήμερα ή ταχύρυθμα σεμινάρια ανάλογα με το επίπεδο και τις εμπειρίες των συμμετεχόντων. Επίσης, μπορεί να εργαστεί ως ιδιωτικός υπάλληλος ή επιστημονικός συνεργάτης σε εταιρείες συμβούλων επιχειρήσεων, τμήματα προσωπικού ή διοίκησης ανθρωπίνων πόρων, κολέγια, ιδρύματα κατάρτισης, κέντρα ενδοεπιχειρησιακής επιμόρφωσης ή συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης κ.ά. Επιπλέον, μπορεί να απασχοληθεί στο ΕΛΚΕΠ (Ελληνικό Κέντρο Πληροφορικής Διοίκησης - Οικονομίας -Τεχνολογίας), που αποτελεί επιστημονικό και ερευνητικό οργανισμό, ο οποίος συμβάλλει αποφασιστικά στη διάδοση της σύγχρονης γνώσης με στόχο την ορθή ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού, διοργανώνει προγράμματα μετά από λεπτομερή και εμπεριστατωμένη έρευνα των εκπαιδευτικών αναγκών και πιστοποιεί τις γνώσεις μέσω ειδικών εξετάσεων από εγκεκριμένους εθνικούς ή διεθνείς οργανισμούς πιστοποίησης δεξιοτήτων. Ακόμη, μπορεί να εργαστεί ως δημόσιος ή ιδιωτικός υπάλληλος ανάλογα με το γνωστικό αντικείμενο των βασικών του σπουδών. Τέλος, μπορεί να απασχοληθεί στη δημόσια ή ιδιωτική εκπαίδευση και κατάρτιση, μετά από παρακολούθηση παιδαγωγικών μαθημάτων (εφόσον απαιτείται). Οι προοπτικές απασχόλησης είναι πολύ θετικές λόγω της ανάγκης για επανακατάρτιση και αναβάθμιση των προσόντων των ενηλίκων - εργαζομένων εξαιτίας της τεχνολογικής εξέλιξης και για καλλιέργεια δεξιοτήτων ευελιξίας, προσαρμοστικότητας και ανταπόκρισης στα νέα δεδομένα της σύγχρονης αγοράς εργασίας στα πλαίσια της διά βίου εκπαίδευσης. Ευοίωνες προοπτικές εργασίας διαφαίνονται και στον τομέα της επιστημονικής εκπαιδευτικής έρευνας σε ποικίλα ζητήματα, όπως η σημασία της χρήσης των νέων τεχνολογιών στην εκπαίδευση, καθώς και στον τομέα του σχεδιασμού και της ανάπτυξης εκπαιδευτικού υλικού συμβατού με τους στόχους και τη μεθοδολογία της εκπαίδευσης ενηλίκων.


Πηγές Πληροφόρησης:
ΥΠΕΠΘ, Γραφείο Ενημέρωσης Πολιτών: Ανδρέα Παπανδρέου 37, 151 80, Μαρούσι, τηλ.: 210-3442505-6-8, 210-3442514-520, φαξ: 210-3442365, www.ypepth.gr
Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο: Σαχτούρη 16 και Αγίου Ανδρέου, 262 23, Πάτρα, τηλ.: 2610 367335 -6, 367340, 367327, φαξ: 2610-361420, e-mail: info@eap.gr, www.eap.gr, Τμήμα Μητρώου φοιτητών Μεταπτυχιακού Προγράμματος «Εκπαίδευσης Ενηλίκων»: τηλ.: 2610-367325, φαξ: 2610-361410, e-mail: eke@eap.gr, http://www.eap.gr/programmes/metaptyxiako.htm,
ΔΟΑΤΑΠ - Αθήνας (Διεπιστημονικός Οργανισμός Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης), Αγ. Κωνσταντίνου 54, ΤΚ. 10437, τηλ. κέντρο:
210-5281000, fax: 210-5239525, 210-5239679, e-mail: information@doatap.gr
ΔΟΑΤΑΠ - Θεσσαλονίκης (Διεπιστημονικός Οργανισμός Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης),Υπ. Μακεδονίας Θράκης - Διοικητήριο, ΤΚ. 54123, τηλ.: 2310-379371-2, fax: 2310-379374, e-mail: thessaloniki@doatap.gr
ΣΑΕΙΤΤΕ (Συμβούλιο Αναγνώρισης Επαγγελματικής Ισοτιμίας Τίτλων Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης), ΥΠΕΠΘ, τηλ. 210 3443167, 169, 175, 3442483, φαξ 210 3443158
www.ypepth.gr Ευρωπαϊκή Ένωση/Αναγνώριση Επαγγελματικών Δικαιωμάτων
ΕΛΚΕΠ (Ελληνικό Κέντρο Πληροφορικής Διοίκησης - Οικονομίας - Τεχνολογίας): Γλαδστώνος 10, Πλατεία Κάνιγγος, τηλ.: 210-3304305, -6, 3820278, 3821770,
φαξ: 210-3304306, www.elkep-edu.gr/index.htm 
Αρχή Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού (ΑνΑΔ): Αναβύσσου 2, Στρόβολος, Τ.Θ.25431, 1392, Λευκωσία, τηλ.: 22515000, φαξ: 22496949,
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ...

26 Μαΐ 2012

Εκπαίδευση εκπαιδευτικών και κριτικός αναστοχασµός. Η συµβολή των ηµερολογίων στο πλαίσιο της πρακτικής άσκησης

Της Σοφίας Αυγητίδου (Πανεπιστήµιο ∆υτικής Μακεδονίας)

1. Εισαγωγή
Kοινό τόπο στην οργάνωση των προγραµµάτων εκπαίδευσης εκπαιδευτικών αποτελεί η ανάγκη κατοχής τόσο της γνωστικής βάσης του επαγγέλµατος (Shulman 1986) όσο και των ερευνητικών δεξιοτήτων για τη συστηµατική µελέτη των καθηµερινών εκπαιδευτικών προβληµάτων και διληµµάτων (Stenhouse 1975). Απαραίτητη θεωρείται ακόµα η κατάκτηση της ικανότητας αναστοχασµού και κριτικής αµφισβήτησης του εκπαιδευτικού έργου κατά την εκπαίδευση των εκπαιδευτικών (Zeichner & Liston 1996, Giroux 1992).
Μία βασική παραδοχή πίσω από την έµφαση που δίνεται στον αναστοχασµό και την αναγκαιότητά του κατά την εκπαίδευση κατά των εκπαιδευτικών είναι ότι συγκεκριµένες εκπαιδευτικές πρακτικές αποτελούν κάποιες µόνο από τις επιλογές των εκπαιδευτικών στα συγκεκριµένα πλαίσια που τις οριοθετούν (Zeichner & Liu 2010:68). ∆εν υπάρχoυν, υπό αυτή την έννοια, ιδεολογικά και πολιτικά ουδέτερες εκπαιδευτικές πρακτικές. Αντίθετα, η εκπαιδευτική πράξη αναδεικνύεται πρώτιστα σε ηθική πράξη (moral and ethical), προς έλεγχο και αµφισβήτηση από τον ίδιο τον εκπαιδευτικό και τους άλλους εµπλεκόµενους φορείς στην εκπαιδευτική διαδικασία (ο.π: 68).

Για να διαβάσετε ολόκληρο ο κείμενο της Σοφίας Αυγητίδου, πατήστε εδώ



Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ...